Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2020

Η παλιά σοκολάτα


Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης
Εκπαιδευτικός - συγγραφέας
Το πορφυρένιο φως του ήλιου θρυμματίζονταν στην κόψη από το αγουροξυπνημένο κύμα, καθώς οι ακτίνες του χαράκωναν το Αιγαίο βαθιά στα στήθια του.

Η νύχτα, στην πιο νωχελική της έκφραση, ξαγρυπνούσε, πριν παραδώσει το σκοτάδι της στην πορφυρένια αυγή. Κάτω από το βαθύ γαλάζιο του ουρανού στα αντικρινά, μικρασιατικά παράλια, άρχισαν να ξεχωρίζουν τα κορφοβούνια, καθώς ξετυλιγόταν από πάνω τους το διάφανο πέπλο της αχλής, για να φανούν τα λευκά σπίτια, που ήταν γαντζωμένα στις σιωπηλές πλαγιές τους.

Η Μήδεια, καθισμένη στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου της, αγνάντευε τον ήλιο, που ανηφόριζε για τον ουρανό, αποχαιρετώντας την αγουροξυπνημένη θάλασσα. Το κύμα άδειαζε σιγανά στο ακρογιάλι μυστικά, που χρόνια έκρυβε στα σπλάχνα του το πέλαγος, και που ποτέ δεν έφθασαν σε ακρογιάλι.

Ένα ένα, ξέβραζαν στην ακροθαλασσιά όνειρα από χάρτινα κατάρτια. Ένα ένα έβγαζε το κύμα στο γιαλό ναυάγια, αφού η δική της Αργώ, δεν έφθασε ποτέ στην Κολχίδα.

Η ζωή της, που άλλοτε έμοιαζε με πετράδι φωτεινό, έγινε τώρα μουντή κι αβάσταχτη πέτρα, που την κουβαλά στους ώμους της, σαν ένας άλλος Άτλας. Κρίμα, σκέφθηκε να μην υπάρχει γυναίκα που να συμβολίζει ό,τι και ο Άτλας! Πόσο αντιφατικό είναι να λες ένας γυναικείος ανδριάντας!

Ένα ένα έβλεπε με το κύμα να κυλούν τα χρόνια από μπροστά της και να σοδιάζονται στο άδειο περιγιάλι. Θυμήθηκε τη μίνι φούστα στο λύκειο και το λεύκωμά της. Ύστερα στάθηκε στην πρώτη του ερώτηση: «τι θα πει αγάπη».

Σήμερα, μου είναι δύσκολο, συλλογίστηκε, να απαντήσω στην ερώτηση αυτή με λέξεις που δεν λυγάνε. Όταν η ζωή χάνει τα φύλλα από τα ρόδα της και μένουν τ’ αγκάθια της να σε πονάνε. Όταν κάθε σου μέρα μοιάζει με μια σοκολάτα αμυγδάλου, που πίκραναν με τον καιρό τα αμύγδαλά της.

Άλλοτε, σαν ήμουνα παιδί, στην ερώτηση αυτή, θα απαντούσα με άπειρα τσιτάτα. Σήμερα πιστεύω πως είναι λάθος να δίνεις απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν τις ορίζεις μόνη σου. Ειδικά όταν δεν είσαι ο διαμορφωτής, αλλά ο παρατηρητής στη μοίρα σου.

Και καθώς συνέχιζε ν’ αρμενίζει στο πέλαγος των αναμνήσεών της θυμήθηκε τον πρώτο της έρωτα, όταν πήγαινε στην πρώτη λυκείου. Τότε, μια ανακουφιστική πνοή βγήκε από τα στήθια της.

Ο Ιορδάνης ήταν ένας ευκατάστατος μαθηματικός από το χωριό της, που για να τον έβλεπε, έκανε μαζί του ιδιαίτερα στα μαθηματικά. Εκείνος είχε για αμοιβή την όμορφη συντροφιά της κι εκείνη κράταγε τα χρήματα που θα έδινε για δίδακτρα, και τα ξόδευε μετά σε ρούχα και καλλυντικά…

Όταν τελείωσε το λύκειο κατέβηκε στην πόλη για δουλειά. Εκεί γνώρισε το Νικήτα. Έναν επιχειρηματία, παντρεμένο με δύο παιδιά, πάνω από τα σαράντα. Την ήθελε τόσο πολύ, που για να της πάρει κάποτε ένα φιλί, την πρώτη φορά που βγήκαν μαζί, ζήτησε από τον ιδιοκτήτη της ντισκοτέκ, να σβήσουν για μια στιγμή όλα τα φώτα….

Συνέχισε τη νοσταλγική της περιπλάνηση στον κόσμο των ερωτικών της αναμνήσεων σταματώντας σε πρόσωπα που το καθένα, άφησε πάνω της τα αποτυπώματά του. Από όλες τις σχέσεις θυμόταν πιο καλά την πρώτη φορά.

Με παρόμοιους συλλογισμούς συνέχισε το ταξίδι της στο παρελθόν. Σταμάτησε στον Αλέξη, το Λάκη και τέλος στο Βαγγελάκη. Αυτόν τον θυμάται αναγκαστικά, γιατί της έχει αφήσει για πεσκέσι ένα παιδί. Ο Βαγγελάκης ήταν ωραίος, με χαρακτηριστικά αδρά, με άνεση στο λόγο και με χιούμορ πηγαίο. Μόνο που οι οικονομικές του δυνατότητες ήταν πενιχρές.

Κι ενώ τα αναθυμόταν όλα αυτά, ξαφνικά ακούσθηκε μία φωνή. Ήταν ένας νεαρός από το διπλανό μπαλκόνι, που την ρώτησε, «αν ήθελε να πιει μαζί του έναν καφέ». Η απάντηση δόθηκε εκ μέρους της μ’ ένα γλυκό χαμόγελο. «Κοίταξε», της είπε χωρίς προλογικές περιστροφές:

«από τότε που φιλοσοφεί ο άνθρωπος τη ζωή, γύρω από τα ίδια πράγματα κινείται. Από φιλοσοφία εγώ δεν σκαμπάζω. Για μένα η ζωή είναι όμοια με αντιπαροχή. Ό,τι δίνεις παίρνεις. Ό,τι όμως, στον ίδιο άνθρωπο του το έχεις δώσει πολλές φορές το ενδιαφέρον του γι’ αυτό έχει στερέψει. Και να θυμάσαι πως και το μελίσσι στο ίδιο λουλούδι δεν μένει παντοτινά, όσο και να του αρέσει. Ένα μελίσσι είμαστε κι εμείς. Μέλι και κεντρί πάνε μαζί. Γι’ αυτό μην ζητάς από τη ζωή μόνο το μέλι, για να μην πικραθείς. Το μέλι μπορεί να γλυκαίνει το τσάι, όχι όμως και τη ζωή.

Η ψυχή του ανθρώπου είναι όπως και η θάλασσα. Έχει πολλά ακρογιάλια… Δεν πρόλαβε να πει ούτε το όνομά του, όταν το ρολόι της κουζίνας χτύπησε δυνατά. Έπρεπε να ξυπνήσει το παιδί για να πάει στο σχολείο. Άνοιξε βιαστικά το ψυγείο για ένα πρόχειρο πρωινό. Μέσα υπήρχε ένα γάλα και μια παλιά σοκολάτα αμυγδάλου ΙΟΝ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου