Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Το αίσθημα της δίψας και ρύθμιση της πρόσληψης νερού

Γράφει η Ασημένια Καναρίδου*
Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος

H πρόσληψη νερού και γενικά υγρών είναι σημαντικότατη για την ανθρώπινη υγεία! Η ρύθμιση της ισορροπίας τόσο του νερού, αλλά και των υπολοίπων υγρών του σώματος πραγματοποιείται με περίπλοκο και κάποιες φορές με απότομο τρόπο. Ο άνθρωπος προσλαμβάνει υγρά, όχι μόνο ως απάντηση στο αίσθημα της δίψας ,αλλά και ως απάντηση σε μια ποικιλία παραγόντων όπως είναι διάφοροι λόγοι κουλτούρας, κοινωνικοί αλλά και ψυχολογικοί παράγοντες. Ο τύπος και η ποσότητα των υγρών που καταναλώνει ο άνθρωπος εξαρτάται από τη γεύση τους, την θερμοκρασία τους ,αλλά και τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, το μέγεθος του γεύματος και τον τύπο, την διαθεσιμότητα και την ασφάλεια του νερού. 

Γενικά, η πρόσληψη υγρών θεωρείται επαρκής όταν συμβάλλει στην ισορροπία των υγρών του σώματος. Δυστυχώς ο τρόπος ζωής μας είναι τέτοιος που μας οδηγεί στο να παρακάμπτουμε το αίσθημα της δίψας.


Ο κίνδυνος για αφυδάτωση αυξάνει, ως εκ τούτου ,κάτω από ειδικές περιπτώσεις, όπως η αρρώστια, το τραύμα, το στρες λόγω υψηλών θερμοκρασιών, η φυσική δραστηριότητα και η ηλικία. Πράγματι οι απαιτήσεις σε υγρά σχετίζονται με το βάρος σώματος και είναι μεγαλύτερες κατά τη διάρκεια της νεογνικής ηλικίας και κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.

Συγκεκριμένα τα παιδιά είναι πιο ευαίσθητα στις απώλειες υγρών και επομένως διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αφυδάτωσης σε σύγκριση με τους ενήλικες.





Ισορροπία νερού

Η ισορροπία μεταξύ των απωλειών και της πρόσληψης υγρών, είναι αυτή που διατηρεί το νερό του σώματος μέσα σε σχετικά στενά πλαίσια.

Οι δρόμοι απώλειας νερού από το σώμα είναι:

1. Με τα ούρα

2. Με το δέρμα

3. Με τους πνεύμονες

4. Με τον γαστρο-εντερικό σωλήνα

Οι πρωταρχικές οδοί της αποκατάστασης της ισορροπίας του νερού, είναι τα υγρά και η κατάποση της τροφής, καθώς και το νερό που παράγεται από την οξείδωση με μια μικρή συμβολή. Οι όγκοι του νερού που τα άτομα αποκτούν με τα ροφήματα και τα τρόφιμα ποικίλλουν σημαντικά, αν και η πλειοψηφία προέρχεται από τα υγρά.

Η ανάγκη μας να πίνουμε νερό πιθανόν να μην είναι πάντα μια φυσιολογική ανάγκη για πρόσληψη νερού, αλλά μπορεί να είναι θέμα συνήθειας, μια όμορφη τελετουργία, μια γευστική ικανοποίηση και μια επιθυμία για να νιώσουμε δροσιά ή κάτι ζεστό, όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος αλλάζει. 

Ένας αριθμός από αισθήσεις που σχετίζονται με την δίψα είναι οι εξής: η ξηρότητα του στόματος ή του λαιμού, ενώ από την άλλη η διάταση του στομάχου μπορεί να σταματήσει την επιπλέον πρόσληψη νερού ή και υγρών, πριν ακόμη αποκατασταθεί κάποια τυχόν έλλειψη υγρών.

Η ρύθμιση της διέπουσας δίψας γίνεται από την ωσμωτική πίεση και τον όγκο των υγρών του σώματος (επαναρρόφηση νερού και άλλων διαλυμένων ουσιών από τα νεφρά και από τον κεντρικό έλεγχο της πίεσης του αίματος). Αν και υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις στην πρόσληψη νερού και αλατιού, οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί, διατηρούν μια κανονική ωσμωτικότητα πλάσματος 275-290mOsm/kg και ένα φυσιολογικό επίπεδο νατρίου μεταξύ 135-145 mEq/L.

Aυξήσεις στην ωσμωτικότητα του πλάσματος και στην δράση των υποδοχέων της ώσμωσης (ενδοκυτταρικά)και των βαροϋποδοχέων (εξωκυτταρικά),οδηγούν στην απελευθέρωση από τον υποθάλαμο της αργινίνης-βασοπρεσίνης. Η βασοπρεσίνη δρα στα νεφρά για να μειώσει τον όγκο των υγρών των ούρων και να προωθήσει την κατακράτηση του νερού. 

Αυξημένα επίπεδα της βασοπρεσίνης οδηγούν σε αύξηση του αισθήματος της δίψας και κατά συνέπεια στην αύξηση της πρόσληψης νερού και υγρών .Μια αύξηση 1-2% στην ωσμωτικότητα του πλάσματος είναι επαρκής για να προκαλέσει μια αντανάκλαση της δίψας. 

Η δίψα παράγεται με την υψηλότερη ωσμωτικότητα πλάσματος, με αποτέλεσμα πρώτα την συγκέντρωση ούρων και τη διατήρηση του νερού του σώματος και έπειτα την επακόλουθη αύξηση της πρόσληψης υγρών. Η δίψα παρουσιάζεται επίσης σε περιπτώσεις απώλειας αίματος και στην απώλεια υγρών που ακολουθείται από κάποιο έγκαυμα. 



Γενικά το αίσθημα της δίψας είναι το αποτέλεσμα μιας ανεπαρκούς πρόσληψης υγρών για να αποκατασταθεί η ισορροπία στα υγρά του σώματος. Παρόλα αυτά, η παύση της επιθυμίας για πρόσληψη υγρών συμβαίνει πριν την κυτταρική ενυδάτωση. Μάλλον τα στοματο-φαρυγγικά σήματα παράγουν μια ελάττωση της απελευθέρωσης βασοπρεσίνης και κατά συνέπεια μια μείωση στην επιθυμία πρόσληψης νερού και υγρών. 

Έχει βρεθεί ότι τα περισσότερα ζώα που ζουν στη στεριά βρίσκονται σε μια χρόνια κατάσταση έλλειψης νερού και υγρών ,πίνοντας μόνο τόση ποσότητα όση απαιτείται για να επιτύχουν μια ομοιόσταση στα επίπεδα του νερού.

Αξίζει να γίνει αναφορά σε δύο καταστάσεις την υπερ-νατριαιμία και την υπο-νατριαιμία.

Στην υπερ-νατριαιμία η συγκέντρωση πλάσματος νατρίου βρίσκεται πάνω από 145mEq/L,και μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της μειωμένης πρόσληψης υγρών με επακόλουθα συμπτώματα την ανησυχία, την ανυπομονησία, την ταραχή, την αλλαγή στην πνευματική λειτουργία ,την σύγχυση και την κούραση.

Στην υπο-νατριαιμία ή αλλιώς μέθη με νερό, παρατηρούνται σωματικά συμπτώματα όμοια με της αφυδάτωσης. Συγκεκριμένα, παρατηρείται ναυτία, κούραση, σύγχυση και απάθεια. Όσον αφορά στις επιδράσεις της υπο-νατριαιμίας στην γνωστική λειτουργία δεν έχουν ακόμη μελετηθεί πλήρως.

Βιβλιογραφία:Kristen E. D’ Anci, Florence Constant, MD, PhD, and Irwin H. Rosenberg, MD,Hydration and Cognitive Function in Children, a review, International Life Sciences Institute 2006 Oct;64 (10): 457-464.


* Ασημένια Καναρίδου
Κλινική Διαιτολόγος - Διατροφολόγος
Πτυχιούχος Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών
Μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων
Καλούδη 32, Κιλκίς
Τηλ.: 23410 25902, ΚΙΝ.: 6974124648

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου