Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ΣΥΡΙΖΑ Κιλκίς: Θέσεις για το Μεταναστευτικό

Ριζάκη Άννα
Μέλος ΣΥΡΙΖΑ ΚΙΛΚΙΣ
Ένα από τα προβλήματα για τα οποία γίνεται πολύς λόγος στην ελληνική κοινωνία εδώ και 20 περίπου χρόνια είναι το μεταναστευτικό. Ζήτημα σύνθετο που δυστυχώς αντιμετωπίστηκε επιφανειακά και χρησιμοποιήθηκε από τις κυβερνήσεις με στόχο πολιτικά οφέλη. Συνέπεια αυτών των επιλογών είναι η δημιουργία στους πολίτες συχνά αντιφατικών συναισθημάτων. Πότε κινητοποιείται ο ανθρωπισμός τους και πότε το ένστικτο επιβίωσης με αποτέλεσμα να παρατηρούνται ρατσιστικές συμπεριφορές. Και πράγματι δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Όταν όμως έχει κανείς ν’ αντιμετωπίσει ένα περίπλοκο πρόβλημα, νομίζω ότι ένας τρόπος για να το προσεγγίσει σωστά, είναι ν’ αναζητήσει την αρχή του.
Ιστορική αναδρομή Πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι η μετανάστευση των λαών δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο. Τα ελληνικά φύλα μαζί με άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς ήρθαν στην Ευρώπη το 2000 π. Χ. ως αποτέλεσμα μεταναστευτικών ροών από τη Ασία και εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Λίγο αργότερα οι Έλληνες , λόγω στενοχωρίας, όπως λένε τα σχολικά βιβλία, δηλαδή λόγω έλλειψης γης αλλά και άλλων αιτιών ,δημιούργησαν αποικίες στην Μικρά Ασία, στην Κάτω Ιταλία, στη Σικελία και αλλού. Τον 15ο-16ο αιώνα οι Ευρωπαίοι για οικονομικούς, θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους ίδρυσαν αποικίες στην Αμερική. Αλλά και στις αρχές και τα μέσα του 20ου αιώνα προηγούμενες γενιές Ελλήνων εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, στην Αυστραλία και σε χώρες της Δ. Ευρώπης αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι Έλληνες μετανάστευαν μεν αλλά με νόμιμο τρόπο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν γίνονταν πάντα έτσι – ειδικά στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου στην Αμερική – και αργότερα υπήρξαν διακρατικές συμφωνίες που έδωσαν διέξοδο στα φτωχά ελληνικά στρώματα. Άρα, η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο που αντιμετωπίζουν οι λαοί σε τακτά χρονικά διαστήματα στον πλανήτη Γη και λέγεται ότι τα επόμενα χρόνια θα αναγκασθούν να μετακινηθούν περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι κυρίως για κλιματικούς λόγους. Κανείς λοιπόν δεν είναι σίγουρος ότι το μέλλον δεν του επιφυλάσσει μια τέτοια τύχη γι’ αυτόν ή τα παιδιά του.

Η σύγχρονη πραγματικότητα Τις τελευταίες δεκαετίες η Ευρώπη δέχθηκε μεγάλο αριθμό μεταναστών λόγω της πτώσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», των πολέμων στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν αλλά και των μεγάλων προβλημάτων πείνας και φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ασκήθηκαν. Δεν θέλησε όμως ο δυτικός κόσμος να διαχειρισθεί το πρόβλημα τα μετανάστευσης τουλάχιστον, όπως στις δεκαετίες του 1950 – 1960, π.χ. με διακρατικές συμφωνίες. Αντί αυτού, έκλεισε τα σύνορα και απέκλεισε κάθε έναν που αναζητούσε εργασία εκτός Ευρωπαϊκής ένωσης, με αποτέλεσμα να οδηγήσει όλους αυτούς τους πληθυσμούς στην παρανομία. Μετέτρεψε δηλαδή τη γηραιά ήπειρο σε ένα φρούριο, αρνούμενη να δεχθεί κανέναν μη Ευρωπαίο παρά μόνο ως τουρίστα. Κακώς, λοιπόν, γίνεται διάκριση ανάμεσα σε νόμιμους και μη μετανάστες. Οι μετανάστες που εισέρχονται στα ευρωπαϊκά κράτη, στην πλειοψηφία τους, είναι παράνομοι. Στη συνέχεια νομιμοποιούνται ανάλογα με τη νομοθεσία της κάθε χώρας. Βέβαια, είναι φανερή η υποκρισία αυτών των κινήσεων, τη στιγμή που σε όλη την Ευρώπη κυκλοφορούν εκατομμύρια μετανάστες χωρίς νόμιμα έγγραφα. Ίσως αναρωτηθεί κανείς, γιατί επιλέγεται αυτή η οδός. Η απάντηση είναι ότι με αυτόν τον τρόπο απορρυθμίζεται η αγορά εργασίας και υπάρχει ανά πάσα στιγμή ένας πληθυσμός που χρησιμοποιείται ως «αποδιοπομπαίος τράγος» για να ασκούνται συγκεκριμένες πολιτικές οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα και να ξεχνιούνται οι πραγματικές αιτίες των προβλημάτων.
Στην Ελλάδα, από το 1990 και μετά άρχισαν να καταφθάνουν μετανάστες από τις πρώην χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ενώ μετά το 2000 οι περισσότεροι προέρχονται από χώρες της Ασίας ή της Αφρικής. Δυστυχώς, στην πορεία αυτών των δύο δεκαετιών δεν υπήρξε ένα σχέδιο αντιμετώπισης αυτού του ζητήματος με ανθρωπισμό αλλά και ορθολογισμό. Αντίθετα, η πλειοψηφία των μεταναστών οδηγούνταν στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς καμιά πρόνοια, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν γκέτο και ν’ αναπτυχθούν ρατσιστικές συμπεριφορές λόγω της εγκληματικότητας που αυξήθηκε αλλά και της υποβάθμισης των συνοικιών του κέντρου που εγκαταλείφθηκαν από τους ντόπιους κατοίκους σε μεγάλο ποσοστό και κατοικήθηκαν από ξένους. Βέβαια, υπήρξαν πολλοί που κέρδισαν αυτό το διάστημα και από τα φθηνά μεροκάματα και από την ενοικίαση διαμερισμάτων και από τις φθηνές υπηρεσίες που παρείχαν οι μετανάστες σε οικογενειακό επίπεδο λόγω έλλειψης υποδομών πρόνοιας.

Προτάσεις επίλυσης Τελικά τι μπορεί να γίνει για να λυθεί αυτό το ζήτημα ή έστω ν’ αντιμετωπισθούν σε κάποιο βαθμό οι συνέπειές του; Πρώτα- πρώτα ν’ αποφασίσουμε ότι θα προσεγγίσουμε το θέμα έχοντας ως κόκκινη γραμμή την αρχή του ανθρωπισμού, που επιτάσσει την προστασία των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Στη συνέχεια, οφείλουμε να δώσουμε πρακτικές λύσεις. Αρχικά, θα πρέπει να γίνεται καταγραφή των εισερχομένων στη χώρα, προσφύγων και οικονομικών μεταναστών. Για την αντιμετώπιση του «εγκλωβισμού» χιλιάδων μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, απαιτείται, σύμφωνα με την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου «.. δέσμη μέτρων στην κατεύθυνση της παροχής καθεστώτος νομιμότητας όσων έχουν δημιουργήσει βιοτικούς ή εργασιακούς δεσμούς με τη χώρα ή προσωρινής διαμονής όσων η απέλαση δεν είναι εφικτή, της προώθησης πολιτικών ένταξης και περιορισμού της περιθωριοποίησης και τέλος της διευκόλυνσης των επιστροφών στη χώρα προέλευσης για όσους δεν διαφαίνεται καμιά προοπτική, με έμφαση στα προγράμματα «εθελοντικού επαναπατρισμού» που, στις σημερινές συνθήκες έντονης οικονομικής κρίσης, μπορούν να αποτελέσουν βιώσιμη και ανθρωπιστική διέξοδο» Για μια αναλυτική παρουσίαση αυτής της δέσμης προτάσεων της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου: http://www.hlhr.gr/details.php?id=660. Ταυτόχρονα θα πρέπει να λειτουργούν ανοικτοί ξενώνες φιλοξενίας για όσους βρίσκονται σε αδυναμία να επιβιώσουν για κάποια χρονική περίοδο. Τέλος, είναι απαραίτητο να επαναδιαπραγματευθούμε την συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ, η οποία υποχρεώνει την Ελλάδα να κρατά εντός των συνόρων της τους μετανάστες που εισέρχονται σ’ αυτήν και δεν τους επιτρέπει να οδηγούνται στις χώρες που επιθυμούν. Παράλληλα ο νόμος Ραγκούση για την ιθαγένεια δίνει μια διέξοδο σε ένα μικρό μέρος μεταναστών, δυστυχώς όμως τίθεται εν αμφιβόλω κάτω από την πίεση συντηρητικών φωνών.
Πολλοί βέβαια διαβάζοντας τα παραπάνω θα αντιτείνουν ότι με τέτοια μέτρα η Ελλάδα θα δεχθεί ακόμη μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό, ότι οι μετανάστες δεν έρχονται στην Ελλάδα για τουρισμό. Αν υπάρχει εργασία, θα παραμείνουν, αλλιώς θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ως παράδειγμα, μπορούν ν’ αναφερθούν οι Αλβανοί, οι οποίοι ήρθαν πριν 20 χρόνια, επειδή η χώρα τους περνούσε μεγάλες δυσκολίες. Σήμερα, όμως, πολλοί επιστρέφουν, περίπου το 20%, γιατί οι συνθήκες εκεί είναι καλύτερες, ενώ άλλοι έχουν ενσωματωθεί με τα παιδιά τους να αριστεύουν στα ελληνικά σχολεία. Ανάλογη περίπτωση αποτελούν και οι Έλληνες της Γερμανίας και άλλων χωρών.
Επίσης, η νομιμότητα δεν θα ευνοεί την εγκληματικότητα και δεν θα επιτρέπει την κερδοσκοπία των δουλεμπόρων ή άλλων που εκμεταλλεύονται την κατάσταση αυτή αλλά και δεν θα δημιουργεί ανταγωνισμό σε επίπεδο μισθών σε βάρος των ντόπιων εργαζομένων. Βέβαια, το ιδανικό θα ήταν να βοηθιούνταν οι χώρες από τις οποίες προέρχονται τα μεταναστευτικά ρεύματα, ώστε να λύσουν τα προβλήματά τους και να προσφέρουν δυνατότητες επιβίωσης στους πολίτες τους. Αντί αυτού, κηρύσσονται πόλεμοι, πολυεθνικές εταιρείες συγκεντρώνουν τη γη των φτωχών ανθρώπων με αποτέλεσμα να ξεριζώνονται από την πατρίδα τους και σε κάποιες από αυτές τις επιχειρήσεις συμμετέχει και η χώρα μας.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το ζήτημα είναι πολύ σύνθετο και δεν μπορεί να προσεγγίζεται με μισαλλόδοξες κραυγές. Όσοι επενδύουν στο φόβο και αναζητούν τη λύση του μεταναστευτικού ζητήματος στις απελάσεις, στην κατασκευή φρακτών ή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης διαιωνίζουν το πρόβλημα, γιατί τα παραπάνω αποτελούν μη ρεαλιστικές προτάσεις και ουσιαστικά επιβραβεύουν μια κοινωνία που καταπιέζει τους πιο αδύναμους και εκτονώνεται πάνω σ’ αυτούς. Επειδή όλοι επικαλούμαστε ότι οραματιζόμαστε μια καλύτερη κοινωνία, οφείλουμε τελικά να σκεφθούμε αν δεχόμαστε την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων και των προϊόντων αλλά όχι την ελεύθερη μετακίνηση των ανθρώπων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου