Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Η κρίση, η ευθύνη και οι… φιλόσοφοι

Γράφει ο Όμηρος Ταχμαζίδης
Το συνέδριο:
Το περιοδικό «Φιλοσοφείν» διοργάνωσε Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας υπό την αιγίδα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τη συμμετοχή του τμήματος Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη: το τριήμερο από την Παρασκευή 18 έως την Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013 - σε χώρο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Το θέμα του ήταν: Λόγος, Επικοινωνία και Εξουσία. Μαζική εικόνα και παγκοσμιω[ποιη]τικές διεργασίες: Για μια νέα πολιτική της κουλτούρας.

Οι συμμετοχές: Σύμφωνα με την ανακοίνωση της οργανωτικής επιτροπής: «Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην Στρογγυλή Τράπεζα, όπου θα εξεταστεί και θα διερευνηθεί ενδελεχώς η κύρια θεματική του Συνεδρίου από διακεκριμένους καθηγητές, διανοούμενους και δημοσιογράφους…». Η ανακοίνωση ανέφερε ως συμμετέχοντες στη συζήτηση της Στρογγυλής Τράπεζας τους: «Σωκράτη Δεληβογιατζή (συντονισμός), Νένο Γεωργόπουλο, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Νίκο Ιντσεσίλογλου, Ελευθερία Καρνάβου, Αντώνη Καρούμπη, Γιώργο Κασιμάτη, Ηλίας Κουσκουβέλη, Νίκο Μαραντζίδη, Τριαντάφυλλο Μηταφίδη, Ζήσης Παπαδημητρίου, Θεοδόση Πελεγρίνη, Γιάννη Πλάγγεση, Μαριάννα Πυργιώτη, Παντελή Σαββίδη, Χρήστο Σιδηρόπουλο, Γιώργο Σκουλά, Όμηρο Ταχμαζίδη, Λευτέρη Τζιόλα, Γιώργο Χατζηκωνσταντίνου».

Η παρουσία: Συμμετείχα πέρυσι σε ανάλογο συνέδριο, το οποίο διοργάνωσαν οι ίδιοι φορείς, με την ανακοίνωση: «Χρόνος, Χρέος, Χάος». Το κείμενο παραμένει αδημοσίευτο και προγραμματίζω την αυτοτελή έκδοσή του σε μια πιο επεξεργασμένη και συμπληρωμένη μορφή.

Η εμπειρία από τη συμμετοχή μου στην περυσινή συζήτηση Στρογγυλής Τράπεζας ήταν αρνητική: επρόκειτο για μια αλληλοδιαδοχή μονολόγων, οι οποίοι αρκετές φορές ευτέλιζαν κάθε έννοια φιλοσοφικού λόγου: μια (ακόμη) αιτία για να μη συμμετέχω στη φετινή Στρογγυλή Τράπεζα - παρά την ανακοίνωση της συμμετοχής μου.

Οι διοργανωτές είχαν την «καλοσύνη» να με συμπεριλάβουν στους συμμετέχοντες στην Στρογγυλή Τράπεζα: δεν γνωρίζω με ποια ιδιότητα – του δημοσιογράφου, του διανοουμένου, του φιλοσόφου, εγώ επιμένω αυταρέσκως στην ιδιότητα του «κειμενεργάτη»;

Η ένσταση: Η κατάσταση της φιλοσοφίας περιγράφει εμμέσως την κατάσταση της χώρας: ένας λαός, ο οποίος ναρκώνεται χρόνους και χρόνους με την «ένδοξη» ιστορία του πολιτισμού του, παρουσιάζει `- και «ατιμίας» επιλέγει ως motto και ο Arthur Schopenhauer στο βιτριολικό σύγγραμμά του «Περί της πανεπιστημιακής φιλοσοφίας».

Τούτες οι φύρδην μίγδην συνάξεις σε Στρογγυλές Τράπεζες ενέχουν σοβαρούς κινδύνους και δεν περιποιούν τιμή στο φιλοσοφικό λόγο: δεν πλησιάζει με τον τρόπο τούτο η φιλοσοφία τον κόσμο- το «πλήθος» για να ενεργοποιήσουμε και μια λέξη του θεωρητικού συρμού.

Είναι κομμάτι γελοίο να παρακολουθεί κανείς έναν αφιλοσόφητο πολιτικό να εμπλέκεται με άγνωστους σε αυτόν όρους και να προσπαθεί ματαίως να αποδείξει κάτι που δεν είναι: πνευματικός άνθρωπος - επειδή απλώς κάποιοι τον προσκάλεσαν να χαιρετήσει σε συνέδριο φιλοσόφων.

Η άλλη πλευρά του νομίσματος: προς τι όλη αυτή η πρεμούρα για αναγνώριση του όποιου φιλοσοφικού έργου από την πλευρά αστόχαστων και ημιμαθών πολιτικών και μάλιστα εν μέσω κρίσης;

Έχω διατυπώσει δημοσίως και δεν οπισθοχωρώ στο ελάχιστο από τη θέση μου, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα συζήτησης σε κανένα πεδίο του λόγου με εκπροσώπους του παλιού διεφθαρμένου καθεστώτος: αλίμονο μας εάν και η φιλοσοφία μετατραπεί σε «πλυντήριο» της λερωμένης εικόνας πολιτικών προσώπων – με πρόφαση μάλιστα μια «νέα πολιτική της κουλτούρας».

Εξίσου παράδοξη είναι η συμμετοχή επιστημόνων από άλλους κλάδους: πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία – εκτός εάν πρόκειται για διεπιστημονικό συνέδριο.

Δε θα αναφερθώ στο εξωφρενικό φαινόμενο να καλούνται να ομιλήσουν για παρόμοια θέματα δημοσιογράφοι, όταν είναι γνωστό το επίπεδο της ελληνικής δημοσιογραφίας: μου διαφεύγει κάτι από την κατάσταση του ελληνικού δημόσιου λόγου;

Για να αποφύγω την σύνδεση με οποιουδήποτε είδους σνομπισμό, παραπέμπω στο ακόλουθο εδάφιο από την εισαγωγή του βιβλίου μου «Υλικά φιλοσοφικής γραφής»: «Θα αδικούσα το επάγγελμα που με συντηρεί –έστω και με στερήσεις – εάν δεν επισήμαινα ότι σε πολλά κείμενα διατηρώ το δημοσιογραφικό ύφος, τούτο τον παστεριωμένο τύπο γραφής, χωρίς όμως να παραμελώ το περιεχόμενο των γραφομένων μου. Κάποτε θα πρέπει να συμφιλιωθούμε με τον τρόπο της δημοσιογραφικής κειμενογραφίας, γιατί πάει αιώνες τώρα που οι δημοσιογράφοι καταστρέφουν συστηματικά τη γλώσσα. Με κάποιο τρόπο θα πρέπει να αντιστρέψουμε αυτή την αρνητική πορεία και δε βλέπω, προς το παρόν, άλλη διέξοδο από την παραγωγική αφομοίωση του δημοσιογραφικού ιδιώματος στις διάφορες ανώτερες μορφές του λόγου. Υψηλού επιπέδου λογοτεχνία το έχει ήδη πράξει,, γιατί να διστάζει ο φιλοσοφικός λόγος; Ούτε ο φιλόσοφος θα κινδυνεύσει να ολισθήσει στη δημοσιογραφία, ούτε ο δημοσιογράφος θα ζημιωθεί από μια τέτοια διεύρυνση. Ευχής έργον θα ήταν να αποκτήσουν οι δημοσιογράφοι στοιχειώδη φιλοσοφική παιδεία, αλλά κάτι τέτοιο στις σημερινές συνθήκες είναι μάλλον αδύνατο. Η θήρα του εξαιρετικού και του θεαματικού αποκλείει ένα παρόμοιο ενδεχόμενο στο πλαίσιο της σημερινής βιομηχανίας πληροφόρησης».

Τούτα το έτος 2007: παρέχει το Διαδίκτυο δυνατότητες για την άρθρωση ενός διαφορετικού λόγου, εκείθεν του δημοσιογραφικού και του φιλοσοφικού;

Αφήνω το ερώτημα προς στιγμή αναπάντητο: εκ των πραγμάτων κάθε καταφατική απάντηση αποκτά προγραμματικό χαρακτήρα και δε θέλω να υποσχεθώ κάτι το οποίο, τουλάχιστο τούτη τη στιγμή, δε δύναμαι να επιχειρήσω – άλλωστε θεωρώ αυτονόητο τον πειραματικό χαρακτήρα ενός τέτοιου εγχειρήματος, που σημαίνει δηλαδή ότι η υπόσχεση παραμένει κάθε στιγμή «ανοικτή».

Η φιλοσοφία: Οι φορείς της φιλοσοφίας σιωπούν για την κρίση, αποφεύγουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους και δε διευκρινίζουν τη στάση τους: σιωπούν για αυτά που γνωρίζουν και ομιλούν για εκείνα τα οποία αγνοούν – η υπεκφυγή κυριαρχεί και εμφανίζεται με τη μορφή του σχολαστικισμού για τα αλλότρια και της αδολεσχίας για τα οικεία και κοινότοπα.

Είναι αξιοπερίεργο ότι δεν έχει υπάρξει καμία φιλοσοφική παρέμβαση στα πολιτικά μας πράγματα: οι πάντες ομιλούν και αποφαίνονται, οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, νομικοί κ.ο.κ.

Οι φιλόσοφοι και οι φιλόσοφες σιωπούν: η κατάπτωση της χώρας καταγράφεται και ως απουσία ή ανεπάρκεια «εγχώριου» και «έγκαιρου» φιλοσοφικού λόγου- ούτως απομένει ελεύθερο το πεδίο για διάφορους «εμπειροτεχνίτες και μεταπράτες της θεωρίας», από τους οποίους διαθέτει άφθονους ο τόπος. Επ΄ αυτού σε άλλη ευκαιρία…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου