Δημοσιογράφος
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τα γεγονότα που παρατίθενται, αλλά κυρίως από το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά ερμηνεύονται. Η πρόσφατη αντιπαράθεση σχετικά με τον δήμαρχο Μαμντάνι και τις δημόσιες μεταφορές στη Νέα Υόρκη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας στρέβλωσης: μιας στοχευμένης απαξίωσης που επιχειρείται όχι μέσω ψευδών στοιχείων, αλλά μέσω παραπλανητικών συνδέσεων.
Ο ισχυρισμός ότι ο Μαμντάνι «υποσχέθηκε δωρεάν μεταφορές και τελικά αύξησε το εισιτήριο στα 3 δολάρια» καταρρέει με την πρώτη σοβαρή θεσμική ανάγνωση. Η αύξηση των ναύλων δεν αποτελεί απόφαση του δημάρχου, ούτε ελήφθη κατά τη διάρκεια της θητείας του. Πρόκειται για απόφαση ανεξάρτητου φορέα, η οποία είχε ληφθεί σε προγενέστερο χρόνο και απλώς εφαρμόστηκε μεταγενέστερα. Η χρονική σύμπτωση παρουσιάζεται αυθαίρετα ως πολιτική ευθύνη, ακυρώνοντας κάθε έννοια θεσμικής διάκρισης.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η μετατροπή μιας πολιτικής θέσης αρχής σε δήθεν «ανεκπλήρωτη υπόσχεση». Η αναφορά σε δωρεάν ή καθολικά προσβάσιμες δημόσιες μεταφορές συνιστά στρατηγικό προσανατολισμό και όχι άμεσο διοικητικό μέτρο. Απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές, διακυβερνητικές αποφάσεις και σύγκρουση με παγιωμένα μοντέλα χρηματοδότησης. Η απαίτηση άμεσης εφαρμογής λειτουργεί προσχηματικά και αποσκοπεί στη γελοιοποίηση της πολιτικής πρόθεσης.
Η αναπαραγωγή αυτού του ισχυρισμού από πολιτικούς κύκλους δεν είναι ουδέτερη. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια απονομιμοποίησης κάθε προοδευτικής πολιτικής που αμφισβητεί την κυρίαρχη αντίληψη περί «αναπόφευκτων περιορισμών». Οι δομικές ανεπάρκειες του συστήματος μετατρέπονται σε προσωπικές αποτυχίες όσων επιχειρούν να τις αναδείξουν. Έτσι, η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι μπορεί να αλλάξει» στο «ποιος φταίει».
Η στοχοποίηση του Μαμντάνι δεν αφορά τελικά το πρόσωπό του, αλλά αυτό που συμβολίζει. Η εκλογή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή τάση επανεμφάνισης μιας προοδευτικής πολιτικής που τολμά να επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια των καθολικών δημόσιων αγαθών. Σε μια εποχή όπου η διαχείριση έχει υποκαταστήσει το όραμα, τέτοιες εκλογές λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν εξαντλείται στη συντήρηση του υπάρχοντος.
Η προσπάθεια πρόωρης απαξίωσης αυτών των πολιτικών επιλογών μαρτυρά ακριβώς τον φόβο που προκαλούν. Όχι επειδή εφαρμόστηκαν και απέτυχαν, αλλά επειδή αμφισβητούν τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε για δεκαετίες η αστική διακυβέρνηση.
Η ουσιαστική κριτική είναι αναγκαία και θεμιτή. Όταν όμως βασίζεται σε στρεβλές αποδόσεις ευθύνης και σε συνειδητή σύγχυση θεσμών και ρόλων, παύει να υπηρετεί τον δημόσιο διάλογο. Αντίθετα, τον φτωχαίνει.
Η περίπτωση Μαμντάνι δεν είναι μια ιστορία πολιτικής ασυνέπειας. Είναι ένα παράδειγμα του πώς η προοδευτική πολιτική επιχειρείται να κριθεί και να καταδικαστεί πριν καν δοκιμαστεί. Και αυτό, σε τελική ανάλυση, είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τα γεγονότα που παρατίθενται, αλλά κυρίως από το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά ερμηνεύονται. Η πρόσφατη αντιπαράθεση σχετικά με τον δήμαρχο Μαμντάνι και τις δημόσιες μεταφορές στη Νέα Υόρκη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας στρέβλωσης: μιας στοχευμένης απαξίωσης που επιχειρείται όχι μέσω ψευδών στοιχείων, αλλά μέσω παραπλανητικών συνδέσεων.
Ο ισχυρισμός ότι ο Μαμντάνι «υποσχέθηκε δωρεάν μεταφορές και τελικά αύξησε το εισιτήριο στα 3 δολάρια» καταρρέει με την πρώτη σοβαρή θεσμική ανάγνωση. Η αύξηση των ναύλων δεν αποτελεί απόφαση του δημάρχου, ούτε ελήφθη κατά τη διάρκεια της θητείας του. Πρόκειται για απόφαση ανεξάρτητου φορέα, η οποία είχε ληφθεί σε προγενέστερο χρόνο και απλώς εφαρμόστηκε μεταγενέστερα. Η χρονική σύμπτωση παρουσιάζεται αυθαίρετα ως πολιτική ευθύνη, ακυρώνοντας κάθε έννοια θεσμικής διάκρισης.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η μετατροπή μιας πολιτικής θέσης αρχής σε δήθεν «ανεκπλήρωτη υπόσχεση». Η αναφορά σε δωρεάν ή καθολικά προσβάσιμες δημόσιες μεταφορές συνιστά στρατηγικό προσανατολισμό και όχι άμεσο διοικητικό μέτρο. Απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές, διακυβερνητικές αποφάσεις και σύγκρουση με παγιωμένα μοντέλα χρηματοδότησης. Η απαίτηση άμεσης εφαρμογής λειτουργεί προσχηματικά και αποσκοπεί στη γελοιοποίηση της πολιτικής πρόθεσης.
Η αναπαραγωγή αυτού του ισχυρισμού από πολιτικούς κύκλους δεν είναι ουδέτερη. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια απονομιμοποίησης κάθε προοδευτικής πολιτικής που αμφισβητεί την κυρίαρχη αντίληψη περί «αναπόφευκτων περιορισμών». Οι δομικές ανεπάρκειες του συστήματος μετατρέπονται σε προσωπικές αποτυχίες όσων επιχειρούν να τις αναδείξουν. Έτσι, η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι μπορεί να αλλάξει» στο «ποιος φταίει».
Η στοχοποίηση του Μαμντάνι δεν αφορά τελικά το πρόσωπό του, αλλά αυτό που συμβολίζει. Η εκλογή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή τάση επανεμφάνισης μιας προοδευτικής πολιτικής που τολμά να επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια των καθολικών δημόσιων αγαθών. Σε μια εποχή όπου η διαχείριση έχει υποκαταστήσει το όραμα, τέτοιες εκλογές λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν εξαντλείται στη συντήρηση του υπάρχοντος.
Η προσπάθεια πρόωρης απαξίωσης αυτών των πολιτικών επιλογών μαρτυρά ακριβώς τον φόβο που προκαλούν. Όχι επειδή εφαρμόστηκαν και απέτυχαν, αλλά επειδή αμφισβητούν τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε για δεκαετίες η αστική διακυβέρνηση.
Η ουσιαστική κριτική είναι αναγκαία και θεμιτή. Όταν όμως βασίζεται σε στρεβλές αποδόσεις ευθύνης και σε συνειδητή σύγχυση θεσμών και ρόλων, παύει να υπηρετεί τον δημόσιο διάλογο. Αντίθετα, τον φτωχαίνει.
Η περίπτωση Μαμντάνι δεν είναι μια ιστορία πολιτικής ασυνέπειας. Είναι ένα παράδειγμα του πώς η προοδευτική πολιτική επιχειρείται να κριθεί και να καταδικαστεί πριν καν δοκιμαστεί. Και αυτό, σε τελική ανάλυση, είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η Γνώμη Κιλκίς- Παιονίας διευκρινίζει στους αναγνώστες της ότι θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμα του σχολιασμού και της κριτικής έκφρασης, όταν αυτό φυσικά δεν στοχεύει στην απαξίωση, στην ύβρη και στην προσβολή ατόμων και θεσμών.
Το αναγνωστικό κοινό θα πρέπει να γνωρίζει ότι η Γνώμη, επιδιώκοντας μια υγιή και αμφίδρομη επικοινωνία, δεν δημοσιεύει ανυπόγραφα σχόλια, αλλά ούτε και σχόλια ρατσιστικού, προσβλητικού και υβριστικού περιεχομένου.
Τα ενυπόγραφα άρθρα τέλος, εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας.