Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Η μεταπολίτευση και οι νεοφιλελεύθερες καρικατούρες

Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης
Οι ιστορικές περιοδολογήσεις είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη υπόθεση: εάν δεν υπάρχουν σαφείς χρονολογικές τομές οι «ήρεμες» περίοδοι είναι πολύ δύσκολο να διακριθούν μεταξύ τους – οι συνεχείς περίοδοι ομαλού δημοκρατικού βίου επιτείνουν αυτό το πρόβλημα (έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς με ποια κριτήρια περιοδολογούνται οι «εποχές» σε μια χώρα με συνεχή δημοκρατική ιστορία, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής , π.χ. Jacksonian Era)
Γενικώς υφίσταται ένα πρόβλημα κάθε φορά που γίνεται η προσπάθεια να οριοθετηθούν μεταξύ τους με διακριτή σαφήνεια ιστορικές περίοδοι: κάθε φορά υπεισέρχεται ένα στοιχείο αυθαιρεσίας, εφόσον η θέαση των γεγονότων γίνεται πάντοτε από μια συγκεκριμένη οπτική σκοπιά – χρονική, τοπική, πολιτική, κοινωνική κ.ο.κ.

Ο όρος μεταπολίτευση από γενικής χρήσεως έννοια, η οποία προσδιορίζει την πολιτική κατάσταση μετά από μια σημαντική αλλαγή, μετατράπηκε σε απλή ονομασία μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου: η ονομασία, πλέον, μεταπολίτευση χαρακτηρίζει την περίοδο που ακολούθησε την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας – και ενώ ως προς την έναρξη της δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση, εφόσον είναι το καθοριστικό, για τη χώρα και την περαιτέρω ιστορική της πορεία, έτος 1974, όταν δηλαδή οι στρατιωτικοί εν πλήρη συγχύσει και υπό καθεστώς πανικού παρέδωσαν τα ηνία της Ελλάδας στο πολιτικό προσωπικό της προδικτατορικής περιόδου, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το “τέλος” αυτής της περιόδου, διότι αυτό εξακολουθεί να παραμένει ασαφές και να μην είναι εύκολα προσδιορίσιμο με αποτέλεσμα το όνομα “μεταπολίτευση” να είναι έρμαιο των πιο ετερόκλητων ερμηνευτών του πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου της.

Η πτώση του διδακτορικού καθεστώτος και η “μεταπολίτευση” συγκαταλέγονται στο ίδιο κύμα εκδημοκρατισμού που σαρώνει τη Δυτική Ευρώπη στη δεκαετία του 1970: εδώ περιλαμβάνεται και η πτώση των φασιστικών καθεστώτων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες συντελούνται την ίδια χρονική περίοδο και διακρίνουν την ιστορία των χωρών αυτών σε ένα “πριν” και ένα “μετά” με σαφέστατο τρόπο. Η ιστορική περιοδολόγηση προκύπτει από τη σαφήνεια της ίδιας της πολιτικής αλλαγής: αυτό δε σημαίνει πως αναιρούνται όλες οι συνέχειες σε επιμέρους τομείς και εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής των συγκεκριμένων χωρών – το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα.

Το ορόσημο του 1974 δεν τέμνει χρονικώς στα δύο, με απόλυτο τρόπο, την ιστορία της χώρας: υπάρχουν συνέχειες και δεδομένα που μεταβάλλονται με πολύ αργούς ρυθμούς και καθιστούν κάθε απόλυτη περιοδολόγηση ύποπτη, τουλάχιστον, για εσκεμμένη παρερμηνεία των στοιχείων και των εξελίξεων: η μετατροπή της έννοιας “μεταπολίτευση” σε ονομασία διευκολύνει τέτοιου είδους παρερμηνείες των ιστορικών δεδομένων. Πράγματι γίνεται διαρκώς προσπάθεια το όνομα “μεταπολίτευση” να φορτιστεί αρνητικώς με πρόθεση την ιδεολογική του χρήση: πρόκειται για μια επικοινωνιακή στρατηγική της συντηρητικής Δεξιάς, η οποία, όμως, φαίνεται να αποδίδει καρπούς μόνο για την άκρα Δεξιά – η αρχή, ωστόσο, της αρνητικής φόρτισης του ονόματος “μεταπολίτευση” δεν έγινε από τους συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους και τα τμήματα της καχεκτικής διανόησης της ελληνικής συντηρητικής δεξιάς, αλλά εκπορεύθηκε, από τον σκληρό πυρήνα της ελληνικής wannabe νεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας με τις κλεπτοκρατικές έξεις, η οποία κάθε λίγο και λιγάκι ανακοίνωνε το “τέλος της μεταπολίτευσης”, θέλοντας να δημιουργήσει την εντύπωση ότι τώρα κομίζει κάτι νέο, το οποίο υπερβαίνει τα αιτήματα των πρώτων μεταπολιτευτικών ετών.

Επρόκειτο για μια στρατηγική πολιτικής ηγεμονίας: εδώ δεν επιχειρήθηκε και δεν επιχειρείται να παραγραφεί η “μεταπολίτευση”, αλλά να παραθεωρηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετήσει πρόσκαιρα πολιτικά σχέδια: η ιδιόλεκτος αυτών των πολιτικών χώρων χρησιμοποιούσε διάφορες εκφράσεις για να ακυρώσει την όποια δυναμική ενέπνεαν τα πολιτικοκοινωνικά αιτήματα, της “μεταπολίτευσης” και κυρίως τη μεταφορά του κύκλου (“θα/να κλείσει, κλείνει, έκλεισε ο κύκλος της μεταπολίτευσης”, “η μεταπολίτευση ολοκλήρωσε τον κύκλο της”) ή την αναγγελία του τέλους της (πόσοι και πόσοι τίτλοι άρθρων και αναφορές δεν έχουν γίνει στο περίφημο “τέλος της μεταπολίτευσης”) – τώρα η μαζική χρήση της “ονομασίας” μεταπολίτευση έχει γίνει προνόμιο της υπερσυντηρητικής Δεξιάς και της Ακροδεξιάς, με μικρές διαφορές μεταξύ τους, κυρίως ως προς τις μακροπρόθεσμες στοχεύσεις, εφόσον μεσοπρόθεσμα κοινή είναι η επιδίωξη να ακυρωθεί ο χειραφετησιακός πολιτικός και κοινωνικός λόγος, ο οποίος αρθρώθηκε την πρώτη περίοδο μετά την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος το 1974.

Έτσι ενώ η ακροδεξιά θέτει ως χρονικό όριο έναρξης της “μεταπολίτευσης”, δηλαδή των δεινών της χώρας, το 1974, η υπερσυντηρητική κοινοβουλευτική Δεξιά (χωρίς αυτό να είναι βέβαιο για όλα τα στελέχη της) μεταθέτει το όριο στο έτος 1981, μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, και την οποία θέλει να ορίσει ως απαρχή της αρνητικής λοξοδρόμησης της χώρας: ότι δε βολεύει στο προκατασκευασμένο ερμηνευτικό σχήμα αποσιωπάται και παρακάμπτεται – δε θα αναλύσω εδώ τις αδυναμίες αυτής της στρατηγικής δυσφήμισης του αντιπάλου ως μέσου ανάκτησης της πολιτικής και πολιτιστικής ηγεμονίας (τα διάφορα think tanks του εγχώριου συντηρητικού χώρου δεν κινούνται απλώς στα ρηχά των κομματικών και προσωπικών “αγιοποιήσεων”, αλλά είναι και εξαιρετικά αντιπαραγωγικά και ηθικά διάτρητα από κάθε άποψη: οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης στο συντηρητικό χώρο σκιάζουν αρνητικά όλο το πολιτικό σύστημα της χώρας και δεν προκαλούν παραγωγικές αποκρίσεις και της άλλης πλευράς – η απουσία μιας τέτοιας “πολιτικοκοινωνικής διαλεκτικής” είναι καθηλωτική και διαλυτική).

Θα επισημάνω απλώς τους κινδύνους που ενέχει αυτή η ετερόκλητη συμμαχία, αυτό το αμάλγαμα από νεοφιλελεύθερους, υπερσυντηρητικούς, ακροδεξιούς κάθε κοπής, έως “δοτούς” σοσιαλδημοκράτες της τελευταίας σοδειάς, να κατακεραυνώσουν την “μεταπολίτευση” γενικώς και αορίστως ως την πηγή κάθε κακού στην χώρα: από το πελατειακό κράτος μέχρι τη διαφθορά και τα κλεπτοκρατικά δίκτυα εξουσίας – είναι προφανές ότι όποιος χρησιμοποιεί το όνομα “μεταπολίτευση” σε αυτές τις συνάφειες πριμοδοτεί την άκρα Δεξιά και ενισχύει τους μεσοπρόθεσμους σκοπούς της, τη δυσφήμιση του δημοκρατικού πολιτεύματος και την απονομιμοποίησή του στη συνείδηση των πολιτών.

Οι ελληνικές καρικατούρες του ευρωαμερικανικού νεοφιλελευθερισμού δεν έχουν και αυτές κανέναν ενδοιασμό να ταυτιστούν σε αυτό το σημείο με τους χιτλεροφασίστες, εφόσον έχουν το ηθικό-πολιτικό άλλοθι ότι και οι μεταπολιτευτικές συντηρητικές κυβερνήσεις υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο, κατηγορήθηκαν στον καιρό τους για “σοσιαλμανία”: έτσι οι ιδιοτυπίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού παραθεωρούνται για να στιγματιστούν εντελώς ιδεολογικά με τη χρήση μιας γλώσσας περιγραφής των ελληνικών οικονομικών συνθηκών που αγγίζει τα όρια του φαιδρού - “σοβιετικές συνθήκες”, “τελευταίο σοβιετικό καθεστώς” και άλλα παρόμοια, εξίσου σαχλά και γελοία…

Παρακάμπτω τα ρατσιστικά, ταπεινωτικά για τον ελληνικό λαό, παραληρήματα διαφόρων αυτόκλητων εκπροσώπων του “πολιτισμού”, που σώνει και καλά θέλουν να μας αγκιστρώσουν στην “πολιτισμένη Ευρώπη”, και σημειώνω απλώς ότι: ο πολιτικοκοινωνικός οίστρος των νεοφιλελευθέρων δεν κουβαλάει μέσα του σπέρματα δημιουργίας, αλλά συμπλέγματα κατωτερότητας και τραύματα που κοχλάζουν σε βαθμό μισαυτίας – αλλά οι νεότεροι Έλληνες κίνησαν να συναντήσουν την Δύση, γιατί, όπως σημειώνει ο Γιώργος Θεοτοκάς, “αγαπούν την Δύση σα μια μεγάλη πατρίδα. Δεν πάνε σ΄ αυτήν σαν τους Τούρκους, τους Ινδούς, τους Κινέζους, σα μιμητές. Πάνε σα μέλη της ίδιας οικογένειας, για να πάρουν μέσα στην οικογένεια τη θέση που τους ανήκει”.

Ας μην ανησυχούν, λοιπόν, οι ευγενέστατοι εγχώριοι νεοφιλελεύθεροι ότι μπορεί να “μας πάρει το ποτάμι” της καταστροφής ανεπίστρεπτα: ούτε και μια ενδεχόμενη απομάκρυνσή μας από την ευρωζώνη θα μας κάνει πάλι - …κοντούς, χοντρούς και άσχημους!

Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι μέλος του Ε.Γ. της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής»


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου