Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Συνέντευξη με το Δημήτρη Ζερβουδάκη: «Μπορεί να είναι και ένα πολύ χαρούμενο τραγούδι αυτό που θα γραφεί στη λύπη. - Αν δε ραγίσει η ψυχούλα πώς θα σταλάξει;»

Γράφει η Χαρούλα Καραμπίδου
Συνέντευξη με το Δημήτρη Ζερβουδάκη παρέα με τη Ζωή Παπαδοπούλου χωρίς τη συμβολή της οποίας δε θα είχε γίνει τίποτα. (φωτογραφίες: Ζωή Παπαδοπούλου, Studio Photo ZOOM Κιλκίς)
Μας καλωσόρισε λέγοντας πως τα τραγούδια είναι για να ανοίγουν ή να κλείνουν λογαριασμούς. Αλλά είναι και όπως τα όνειρα. Πολλά βλέπεις το βράδυ, ένα θυμάσαι το πρωί. Ακόμα κι αν δεν είναι ο κόσμος ότι ονειρευτήκαμε, κάναμε τη νύχτα φίλη μας και μαζί της τραγουδήσαμε για αυτά που μας πληγώνουν αλλά μας δυναμώνουν.
Σταθήκαμε και ακούσαμε τον ήχο της καρδιάς. Φτάσαμε στα ανείπωτα. Παιδευτήκαμε με στιχάκια στοιχειωμένα, αναζητήσαμε βαθιά όσα μας καίνε. Περπατήσαμε στη Σαλονίκη, παραδεχτήκαμε μισές αλήθειες… άντε και μισή ζωή. Τελικά όμως το σκοτάδι φώτισε και η σιωπή τραγούδησε.

Την Παρασκευή 22 και το Σάββατο 23 Μαΐου ο Δημήτρης Ζερβουδάκης βρέθηκε για πρώτη φορά στην πόλη μας και στο καφέ μπαρ Ερωδιός για να μας χαρίσει δύο μαγικές μουσικές βραδιές. Πλαισιωμένος από εξαιρετικούς μουσικούς, τον Παναγιώτη Κουτσούρα στο τρίχορδο μπουζούκι και τον Δημήτρη Οικονομίδη στο πιάνο, γεμίσαμε μελωδίες και λόγια που ελευθέρωσαν την ψυχή.


-Πέρασαν κιόλας 30 χρόνια;   Όλα  αυτά ξεκίνησαν από μια παρέα φοιτητών που έφτιαξε ένα συγκρότημα και  ένα  δίσκο;
-Ναι. Περνούν τα χρόνια. Παίζαμε σε ένα φοιτητικό μαγαζάκι στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ήρθαν και μας βρήκαν κάποιοι παλιοί μουσικοί της πόλης και μας πρότειναν να κάνουμε μια ανεξάρτητη  παραγωγή.  Αυτή ήταν η αρχή μας. Για μας είχε πάει πολύ καλά με την έννοια ότι ήταν το ντεμπούτο. Μας ανακάλυψε η Αθήνα, γιατί κακά τα ψέματα όλα από εκεί εκπορεύονται και στη συνέχεια μας φώναξε ο Γιάννης Μαρκόπουλος να συμμετέχουμε σε ένα δίσκο του. Έτσι άρχισαν «Οι νέοι επιβάτες» να αποκτούν μια οντότητα πέρα από τα όρια της σχολής ή της γειτονιάς μας.

-Αυτά συμβαίνουν το ’87, ’88 .Έπειτα οι Νέοι Επιβάτες παύουν να υπάρχουν.
-Ναι, δε γινότανε. Κάποιοι ήμασταν από Θεσσαλονίκη, τα περισσότερα μέλη του συγκροτήματος ήταν από άλλες πόλεις και όταν τελείωσαν οι σπουδές μοιραία οι δρόμοι χώρισαν.

- Το ποίημα του Καββαδία «Γράμμα σε έναν ποιητή» πώς ήρθε;
- Τυχαία εντελώς. Έπεσε ένα βιβλίο κάτω από το ράφι της βιβλιοθήκης μου, πήρα την κιθάρα σιγά σιγά και έτσι απλά. Ήταν και μια περίεργη φάση τότε που διαλυόταν το συγκρότημα…

-Το ότι είχε προηγηθεί ο Σταυρός του Νότου, η μελοποίηση του Καββαδία από το  Μικρούτσικο σε είχε επηρεάσει;
Ναι βέβαια. Για όλους μας εκείνος ο δίσκος ήταν εξαιρετικός. Μου άρεσαν και κάποιες προσεγγίσεις που είχε κάνει και η Μαρίζα Κωχ. Τον είχα τον ποιητή στο μυαλό μου. Για όλους μας «Ο Σταυρός του Νότου» ήταν εξαιρετικός.

-Πώς σου προκύπτουν τα τραγούδια  που γράφεις;
- Κάποιες στιγμές η επιθυμία να πιάσεις την κιθάρα, το όργανο είναι ανίκητη. Είναι η συντροφιά σου, η συνομιλία με το μέσα σου. Αλλά  και ο καιρός ποτέ δε μας αφήνει διψασμένους από ερεθίσματα. Όλο και κάτι συμβαίνει. Άλλωστε  πρέπει να είσαι ερωτευμένος με τα πράγματα γύρω σου. Τα πιο μικρά, τα πιο απλά, ασήμαντα ίσως. Εκεί βρίσκεται η ουσία της ζωής, στον έρωτα. Η ερωτική σχέση που έχεις δηλαδή με την ίδια την ύπαρξη, γιατί κακά τα ψέματα η ζωή είναι δώρο. Δεν μπορείς να την αντιμετωπίζεις μίζερα και λιγόψυχα.

- Στις χαρές ή στις λύπες γράφονται τα πιο ωραία τραγούδια;
-Στις λύπες. Μπορεί να είναι και ένα πολύ χαρούμενο τραγούδι αυτό που θα γραφεί στη λύπη. Αν δε ραγίσει η ψυχούλα πώς θα σταλάξει;

- Σε έχουμε για τραγουδοποιό που γράφει βιωματικά.
-Απολύτως. Ρωτώντας με, μέσα στα χρόνια πού ανήκω, θεωρώ τον εαυτό μου λαϊκό παραδοσιακό μουσικό. Το γεγονός ότι σαν μουσικός έχω δεχτεί επιρροές από όλο τον πλανήτη, ακούγοντας μουσικές από όλο τον κόσμο και διάφορα είδη, κυρίως βέβαια τη ροκ όπου ανήκω σα γενιά με έχει σημαδέψει δημιουργικά.  Από την άλλη η παράδοση είναι ένα γονιδιακό στοιχείο το οποίο εγώ ποτέ δεν το αρνήθηκα. Ίσα ίσα είναι κάτι που το αγαπώ πολύ και μου βγαίνει και πολύ αυθόρμητα.

-«Το μέσα μου βουνό» είναι μια παραδοσιακή δουλειά που μας άρεσε πολύ. Αντιμετωπίσατε τα κομμάτια με σεβασμό. Ιδιαίτερα το ποντιακό. Είχε απήχηση;
-Το αγγίξαμε έχοντας στο μυαλό μας μια εκκλησία. Ήθελε ταπεινή προσέγγιση. Αυτή η δουλειά δημιουργικά ανήκει στο Σούλη Λιάκο. Όλη η ομάδα δουλέψαμε  πολύ και όπως σε όλες τις δουλειές οι μουσικοί συμμετέχουν δημιουργικά με την ψυχή τους. Ειδικά στο «Μέσα μου βουνό» όλοι δώσαμε την ψυχή μας. Το μαγικό ήταν ότι καταφέραμε να βγάλουμε από μέσα μας αυτό που μεσ’  τα χρόνια το αντιλήφτηκα σαν ένα είδος μουσειακό και αποστεωμένο.

Η παράδοση πολλές φορές για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων έχει κακοποιηθεί. Εμένα με ενοχλεί που  για χρόνια την παράδοση την οικειοποιήθηκε  μια συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Συγκεκριμένα η δεξιά. Και αναφέρομαι κυρίως σε αυτούς που έχουν φασιστικές βλέψεις και «ευαισθησίες». Η παράδοση ανήκει σε όλο τον ελληνικό λαό. Εγώ δεν κρύβω πως ιδεολογικά βρίσκομαι στην αριστερά και καμαρώνω για αυτό. Θεωρώ όμως ότι  η αριστερά έχει κάνει ένα τεράστιο λάθος σε σχέση με την παράδοση. Την άφησε στα χέρια της απέναντι παράταξης.

-Όταν λες την άφησε;
-Ήταν κακό πράγμα για αυτήν. Ήταν ένας καιρός όπου όποιος άκουγε δημοτικά τραγούδια τον θεωρούσαν φασίστα ή δεξιό. Αυτό ξεκίνησε και γιγαντώθηκε στη δικτατορία.  Δεν είναι όμως έτσι. Η παράδοση ίσως είναι το μοναδικό στοιχείο όπου ο ελληνικός λαός καταφέρει να ομονοήσει και να νικήσει τον εμφύλιο σπαραγμό που δεν έχει τελειώσει ακόμα.

-Σε ενοχλεί που μεγαλώνεις. Σκέφτεσαι πως ίσως δεν προλάβεις να κάνεις πράγματα στο κομμάτι της τέχνης σου;
- Όχι. Υπάρχει μια ροή η οποία είναι επιλεγμένη. Πολλοίς κόσμος με ρωτάει αν θα μπορούσα να είμαι αλλού και αλλιώς. Θα μπορούσα αλλά εγώ αυτό θέλω και  αυτό μου αρέσει. Στην αρχή υπήρχε ένας αγώνας , μια αγωνία αλλά τολμώ να πω πως τώρα δρέπω κάποιους καρπούς από όλα αυτά  τα χρόνια. Υπάρχει μια σχετική αναγνωσιμότητα με την έννοια ότι ξέρουν τη δουλειά μου.

- Ξεκίνησες να κάνεις κάτι άλλο στη ζωή σου; Πώς σου προέκυψε η μουσική;
Η μουσική  προέκυψε από όταν ήμουν παιδί αλλά ως ερασιτέχνης και αυτοδίδακτος. Δεν έχω πάει ούτε μια ώρα στο ωδείο. Το σπούδασα αλλιώς. Μέσα από την εμπειρία της δουλειάς, στο στούντιο, στην παραγωγή. Αλλά μέχρι ένα σημείο. Γι’ αυτό και κατατάσσω τον εαυτό μου στο λαϊκό παραδοσιακό μουσικό. Πάντα οι μουσικοί με τους  οποίους συνεργάζομαι είναι πολύ καλύτεροι από εμένα. Υπάρχουν παιδιά που λιώνουν σε ωδεία και έχουν μεγάλη επάρκεια

-Πες μας για  τα «Ανείπωτα» και τη σχέση σου με το ζεϊμπέκικο.
-Με έναν μαγικό τρόπο όλα τα τραγούδια που γράφω είναι ζεϊμπέκικα αλλά τα διασκευάζω και τα φέρνω σε άλλες φόρμες ακόμα και ροκ. Και «Το γράμμα σε έναν ποιητή» είναι ζεϊμπέκικο. Τα «Ανείπωτα» ξεκίνησαν σαν ένα όνειρο μες τη νύχτα πριν από κάποια χρόνια όταν γράφτηκε το μισό τραγούδι και έμεινε τρία χρόνια μισό χωρίς να το αγγίζω καθόλου, ώστε κάποια στιγμή ήρθε και το ρεφρέν και έδεσε όλο μαζί.

 Θυμόμαστε τις  συνεργασίες του  με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, το Γιάννη Μαρκόπουλο, το Γιώργο Νταλάρα, το Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το Νίκο Παπάζογλου, τη γνωριμία του με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τους αδελφούς Κατσιμίχα. Σχέσεις που ξεπερνούν το θέμα της δουλειάς και των σκοπιμοτήτων.  Μέσα στα χρόνια κράτησε πολλά αλλά άφησε και ότι δε του άρεσε.


Στην πορεία της κουβέντας μας μιλά για τις ανεξάρτητες παραγωγές που  ο ίδιος κάνει στέκοντας δίπλα σε νέα παιδιά και στηρίζοντας τις δουλειές τους. Η υπόθεση της μουσικής για τον Δημήτρη Ζερβουδάκη είναι μια μορφή ανταλλαγής ενέργειας με τον κόσμο ενώ τονίζει πως είναι μεγάλη τύχη το να ζεις από αυτό που αγαπάς. Στη βάση της ιδεολογίας και της αναζήτησής του υπάρχει ο άνθρωπος. Αισθάνθηκε νικημένος ιστορικά όταν ο Ρουβάς τραγούδησε Θεοδωράκη. Παραδέχεται ότι παλιότερα ήταν περισσότερο θυμωμένος και καταγγελτικός  ενώ  τα τελευταία χρόνια έχει καταλαγιάσει και αντλεί δύναμη από τα νέα παιδιά που γράφουν ωραίες μουσικές. Έχει τη δική του εταιρία οργάνωσης παραγωγής συναυλιών ενώ ετοιμάζει νέα τραγούδια  με το Γιώργο Καζαντζή.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου