Act Business Center

Act Business Center

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Ο χριστιανός απέναντι στον θάνατο


Γράφει ο Πρεσβύτερος Παναγιώτης Μποζάνης

MSC Θεολογίας

Συχνά πυκνά ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον θάνατο. Καθημερινά ακούμε οτι πέθανε ο τάδε ή ο δείνα. Και η ακοή αυτού του νέου μας γεμίζει με θλίψη και στεναχώρια. Ύστερα απο λίγο -συνειδητά ή ασυνείδητα- αλλάζει η σκέψη μας και ο νούς μας απασχολείται με άλλες σκέψεις. Σκέψεις του παρελθόντος, προβλήματα του παρόντος ή θέματα για το μέλλον. Βέβαια και μόνο η σκέψη οτι κάποια στιγμή θα κληθούμε και εμεις να συνοδεύσουμε στον τελευταίο ταξίδι κάποιο προσφιλή μας πρόσωπο μας ταράζει!

Κουνάμε το κεφάλι μας σαν να θέλουμε να διώξουμε την θανατίλα. Είναι αλήθεια οτι οι παλαιότερες γενιές είχαν οχι μόνο περισσότερα ακούσματα θανάτου αλλά και περισσότερες εμπειρίες διότι ζούσαν μέσα σε πατριαρχικές οικογένειες. Έτσι απο μικρή ηλικία γινόταν μάρτυρες εκδημίας προσφιλούς προσώπου πχ παππούς, γιαγια ή ακόμα και προπάππους ή προγιαγιας. Ο σύγχρονος άνθρωπος όμως που ζει μέσα σε πυρηνική οικογενεια δεν εχει αυτες τις εμπειρίες γι' αυτο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον απωθήσει ή και να τον ωραιοποιήσει. Ο γνωστός θεολόγος και ψυχοθεραπευτής πατήρ Φιλόθεος Φάρος, σε μία εκπομπή του, ανέφερε περίπου τα εξής:

«Ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος προσπαθεί να απωθήσει την πραγματικότητα του θανάτου, εξωραΐζοντάς τον και ωραιοποιώντας τον. Γι' αυτό και στις κηδείες είναι συνηθισμένο τα γραφεία τελετών να περιποιούνται με τόση επιμέλεια τον νεκρό ή τη νεκρή, ώστε να μοιάζει σαν να είναι ζωντανός. Τον έχουν βάψει και φροντίσει αισθητικά, ώστε να έχουν εξαφανιστεί τα σημάδια της ασθένειας, της γήρανσης και γενικότερα της φθοράς.

Με αυτόν τον τρόπο ο σύγχρονος άνθρωπος επιχειρεί να απομακρύνει από τη συνείδησή του τη σκληρή πραγματικότητα του θανάτου και να την αντικαταστήσει με μια πιο ανώδυνη και εξωραϊσμένη εικόνα.»

Στη δική μας πατρίδα, ιδιαίτερα μετά την περίοδο της πανδημίας του COVID-19, παρατηρείται μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο θάνατος. Ο κεκοιμημένος, αντί να παραμένει στο σπίτι του, όπου παλαιότερα οι συγγενείς και οι φίλοι αγρυπνούσαν δίπλα του, μεταφέρεται συνήθως σε ψυκτικό θάλαμο του νοσοκομείου ή του γραφείου τελετών μέχρι την ημέρα της εξοδίου ακολουθίας.

Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναγινώσκεται το ευλογημένο Ψαλτήριο, δεν καλείται ο ιερέας για να τελέσει το τρισάγιο και να προσευχηθεί υπέρ αναπαύσεως του κεκοιμημένου, ούτε συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονται για να συμπροσευχηθούν και να συμπαρασταθούν στην οικογένεια του εκλιπόντος. Με τον τρόπο αυτό χάνεται σταδιακά μια πολύτιμη εκκλησιαστική και λαϊκή παράδοση, η οποία αποτελούσε έκφραση αγάπης προς τον κεκοιμημένο και πνευματικής παρηγορίας για τους οικείους του.

Επανειλημμένως ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας, κατά τις ιερατικές συνάξεις, μας προτρέπει και μας νουθετεί, εμάς τους κληρικούς, να ενθαρρύνουμε τους πιστούς να επαναφέρουν αυτή την ευλογημένη εκκλησιαστική πρακτική. Να παραμένει, δηλαδή, ο κεκοιμημένος στο σπίτι του μέχρι την εξόδιο ακολουθία, ώστε, φίλοι και γείτονες να συμπροσεύχονται, να αγρυπνούν και να εκφράζουν έμπρακτα την αγάπη και τη συμπαράστασή τους προς την οικογένεια του εκλιπόντος. Με τον τρόπο αυτό διατηρείται ζωντανή μια ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία δεν τιμά μόνο τον κεκοιμημένο, αλλά υπενθυμίζει και στους ζώντες τη χριστιανική ελπίδα της Αναστάσεως.

Μπροστά, λοιπόν, στο γεγονός του θανάτου ανακύπτουν εύλογα ορισμένα πανανθρώπινα και καίρια ερωτήματα: Γιατί υπάρχει ο θάνατος; Τι είναι ο θάνατος; Μπορεί να νικηθεί; Αποτελεί το οριστικό τέλος της ανθρώπινης υπάρξεως; Ποια είναι η στάση του χριστιανού απέναντί του;

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε, συνοπτικά, τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για το μυστήριο του θανάτου, καθώς και τη στάση που καλείται να έχει ο πιστός απέναντι σε αυτή τη μεγάλη πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής.

Ο θάνατος αποτελεί τη μοναδική βεβαιότητα μέσα σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο (1). Όλα τα έμβια όντα πεθαίνουν. Ο άνθρωπος όμως διαφέρει από τα υπόλοιπα έμβια όντα, διότι έχει συνείδηση της θνητότητάς του· γνωρίζει ότι κάποτε θα πεθάνει.

Ακριβώς γιαυτόν τον λόγο- λόγω δηλαδή της συνείδησης της θνητότητάς του ο θάνατος απασχολεί τον άνθρωπο από την αρχή της ιστορικής του παρουσίας και αποτέλεσε ένα από τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι φιλόσοφοι κάθε εποχής. Η αγωνία απέναντι στο τέλος της ζωής, η αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης και η προσπάθεια υπέρβασης του φόβου του θανάτου οδήγησαν σε διαφορετικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Οι Στωικοί φιλόσοφοι υποστήριξαν ότι ο θάνατος δεν αποτελεί πραγματικό κακό, αλλά ένα φυσικό γεγονός ενταγμένο στην καθολική τάξη του κόσμου, καθώς το μόνο αληθινό αγαθό για τον άνθρωπο είναι η αρετή. Για τον στωικό σοφό, επομένως, ο θάνατος δεν αποτελεί λόγο φόβου, αλλά ένα γεγονός που πρέπει να γίνεται αποδεκτό με λογική και εσωτερική ελευθερία, αφού δεν εξαρτάται από τη βούληση του ανθρώπου. Χαρακτηριστικά, ο Σενέκας, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Ρωμαϊκού Στωικισμού, στο έργο του De brevitate vitae υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι ότι η ζωή είναι σύντομη, αλλά ότι συχνά δεν γνωρίζει να τη χρησιμοποιεί σωστά. Παράλληλα, στο έργο του De tranquillitate animi τονίζει την ανάγκη της εσωτερικής προετοιμασίας απέναντι στο αναπόφευκτο τέλος της ζωής (2).

Διαφορετική υπήρξε η προσέγγιση του Επικούρου, ο οποίος επιχείρησε να απαλλάξει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου μέσω ενός λογικού επιχειρήματος σχετικά με την απουσία της εμπειρίας του θανάτου. Στην Επιστολή προς Μενοικέα γράφει χαρακτηριστικά: «Ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τότε ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, Ι΄, 124) (3).

Με τη φράση αυτή ο Επίκουρος υποστηρίζει ότι ο θάνατος δεν μπορεί να αποτελέσει προσωπική εμπειρία, διότι όσο υπάρχει ο άνθρωπος δεν υπάρχει ο θάνατος, ενώ όταν εμφανιστεί ο θάνατος δεν υπάρχει πλέον το υποκείμενο που θα μπορούσε να τον βιώσει.

Ωστόσο, η αγωνία απέναντι στον θάνατο δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο της αρχαίας φιλοσοφίας, αλλά παραμένει διαχρονικό ανθρώπινο βίωμα. Στη σύγχρονη εποχή, η ποιήτρια Κική Δημουλά εξέφρασε με ιδιαίτερη ειλικρίνεια τη δική της υπαρξιακή σχέση με τον θάνατο. Σε συνέντευξή της στον Γιώργο Αρχιμανδρίτη για την εφημερίδα Η Καθημερινή (2016) δήλωσε χαρακτηριστικά: «Τον τρέμω. Πραγματικά τον τρέμω. Γιατί ξέρω ότι τότε δεν θα συμβαίνει τίποτα απ’ αυτά που συμβαίνουν τώρα... Σκέψου ότι από τη στιγμή που γεννιέσαι, είσαι ετοιμοθάνατος» (4).

Παρόμοια προβληματική αναπτύσσει και στη συνέντευξη με τίτλο «Κική Δημουλά (Περί θανάτου και έρωτος)», όπου ο θάνατος παρουσιάζεται σε στενή σχέση με τον έρωτα, την απώλεια και τη συνείδηση της περατότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Η σύγχρονη αυτή υπαρξιακή προσέγγιση διαφοροποιείται από τη στωική αποδοχή και την επικούρεια λογική αποδόμηση του φόβου, καθώς αναδεικνύει κυρίως το βίωμα της απουσίας και το μυστήριο της ανθρώπινης φθαρτότητας.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, ο θάνατος εμφανίσθηκε στον άνθρωπο αμέσως μετά την παρακοή των πρωτοπλάστων (5), αρχικά ως πνευματικός θάνατος, δηλαδή ως η εκούσια αποκοπή του ανθρώπου από τον Θεό. Ως συνέπεια του πνευματικού θανάτου, δηλαδή της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τον Θεό, ο Οποίος είναι η πηγή της ζωής, επήλθε και ο σωματικός θάνατος. Ενώ, δηλαδή, ο πνευματικός θάνατος είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό, ο σωματικός θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο άνθρωπος δεν πλάσθηκε εξαρχής ούτε θνητός ούτε αθάνατος, αλλά, κατά τον Θεόφιλο Αντιοχείας, «δεκτικός αμφοτέρων» (6). Όπως εκφράζεται και στη δυτική θεολογική ορολογία, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε όχι ως non posse mori («να μην μπορεί να πεθάνει»), αλλά ως posse non mori («να μπορεί να μη πεθάνει»).

Συνεπώς, ο θάνατος δεν εισήλθε στον κόσμο ως τιμωρία ή εκδίκηση του Θεού, αλλά ως φυσική συνέπεια της συνειδητής αποκοπής του ανθρώπου από την πηγή της ζωής. Η παρακοή αλλοτρίωσε τον άνθρωπο από την ένθεη ζωή και τον οδήγησε στον πνευματικό θάνατο.

Ο σωματικός θάνατος, ωστόσο, χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας και ως ευεργετική παραχώρηση του Θεού, προκειμένου να μην καταστεί το κακό αθάνατο και αιώνιο. Παρότι ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο ως συνέπεια της πτώσεως, η θεία πρόνοια τον μετέβαλε σε όριο της φθοράς και της αμαρτίας, εντάσσοντάς τον στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Ωστόσο, ο θάνατος δεν αποτελεί δημιούργημα της αγαθής θελήσεως του Θεού ούτε εκφράζει τον αρχικό προορισμό του ανθρώπου. Γι' αυτό και ο σοφός Σολομών διακηρύσσει χαρακτηριστικά: «Ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ' ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. 1,13) (7).

Η Εκκλησία, παραμένοντας πιστή στη βιβλική και πατερική αυτή θεώρηση, δεν εξοικειώνεται ποτέ με τον θάνατο ούτε τον αντιμετωπίζει ως ένα απλό φυσικό γεγονός.

Αντιθέτως, τον βιώνει ως τραγική συνέπεια της αποξενώσεως του ανθρώπου από τον Θεό και ως μυστήριο που προκαλεί δέος και βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό. Η εμπειρία αυτή αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ενάργεια στη Νεκρώσιμο Ακολουθία, όπου η υμνολογία εκφράζει τόσο τον ανθρώπινο πόνο όσο και τη θεολογική απορία ενώπιον του θανάτου. Στα Νεκρώσιμα Ιδιόμελα η Εκκλησία αναφωνεί: «Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον…» (8), ενώ αλλού χαρακτηρίζει τον θάνατο ως «φοβερώτατον… μυστήριον», διερωτώμενη «πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται» (9). Η ποιητική αυτή γλώσσα δεν εκφράζει απλώς τη συναισθηματική οδύνη του ανθρώπου, αλλά αναδεικνύει τη βαθιά θεολογική αλήθεια ότι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα συνιστά διάρρηξη της φυσικής ενότητας του ανθρώπινου προσώπου.

Παρά το γεγονός ότι η Εκκλησία χαρακτηρίζει τον θάνατο ως ένα τραγικό γεγονός, δεν μένει ποτέ μόνο στον πόνο και στη θλίψη που αυτός προκαλεί. Η ορθόδοξη υμνολογία δεν είναι ένας απλός θρήνος μπροστά στη φθορά και στον χωρισμό, αλλά πάντοτε φωτίζεται από την ελπίδα της Αναστάσεως και τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός νίκησε τον θάνατο. Ο θάνατος, αν και αποτελεί μια βαθιά πληγή της ανθρώπινης υπάρξεως, δεν έχει πλέον τον τελευταίο λόγο, διότι με τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού μετατρέπεται από τέλος σε πέρασμα προς την αιώνια ζωή.

Χαρακτηριστικά, ο μεγάλος αναστάσιμος ύμνος της Εκκλησίας διακηρύσσει: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». Με αυτά τα λόγια η Εκκλησία δεν ομολογεί απλώς ότι ο Χριστός επέστρεψε στη ζωή, αλλά ότι κατήργησε την εξουσία του θανάτου και άνοιξε στον άνθρωπο τον δρόμο προς τη ζωή με τον Θεό.

Γι’ αυτό και στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, ενώ η Εκκλησία στέκεται μπροστά στο νεκρό σώμα, δεν περιορίζεται στον πόνο του αποχωρισμού, αλλά στρέφεται με ελπίδα προς τον Χριστό, ο οποίος είναι «ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωή καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου». Η προσευχή αυτή δείχνει ότι η πίστη της Εκκλησίας δεν αρνείται την πραγματικότητα του θανάτου, αλλά πιστεύει ότι αυτός ξεπερνιέται μέσα από τη σχέση του ανθρώπου με τον Αναστάντα Χριστό.

Την ίδια αλήθεια εκφράζει και ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Για εκείνον ο Χριστός δεν είναι απλώς η ζωή με την έννοια της βιολογικής υπάρξεως, αλλά το «ἀληθινὸν ζῆν», η πραγματική και πλήρης ζωή του ανθρώπου (Πρὸς Ῥωμαίους 6,2· Πρὸς Σμυρναίους 5,1· Πρὸς Ἐφεσίους 7,2). Η αληθινή ζωή δεν βρίσκεται απλώς στο να υπάρχουμε, αλλά στο να ζούμε μέσα στη σχέση και την κοινωνία με τον Θεό.

Γι’ αυτό η ανάσταση δεν σημαίνει απλώς επιστροφή στην προηγούμενη βιολογική ζωή ούτε επαναφορά του ανθρώπου στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από τον θάνατο.

Σημαίνει την αποκατάσταση ολόκληρου του ανθρώπου, ψυχής και σώματος, και την είσοδό του στην αιώνια κοινωνία αγάπης με τον Θεό και με τους άλλους ανθρώπους μέσα στη Βασιλεία Του. Η χριστιανική ελπίδα δεν είναι η απλή παράταση μιας φθαρτής ζωής, αλλά η μεταμόρφωση του ανθρώπου από τη χάρη του Αναστάντος Χριστού.

Συνεπώς ο χριστιανός, ζώντας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και αγωνιζόμενος να τηρεί τις εντολές Του, ελευθερώνεται σταδιακά από τη δύναμη της αμαρτίας και, με τη χάρη του Αναστάντος Χριστού, νικά την εξουσία του θανάτου. Η ζωή του δεν περιορίζεται πλέον στα όρια της βιολογικής υπάρξεως, αλλά αποκτά αιώνια προοπτική, καθώς από την παρούσα ήδη ζωή μετέχει στη ζωή του Χριστού και καλλιεργεί την κοινωνία του με τον Θεό.

Γι’ αυτό, ο σωματικός θάνατος δεν αποτελεί για τον πιστό την οριστική λήξη της υπάρξεώς του ούτε τη νίκη του θανάτου πάνω στον άνθρωπο. Αντίθετα, σηματοδοτεί το πέρασμα από τη φθαρτή στην άφθαρτη ζωή, από τα όρια του παρόντος κόσμου στην πληρότητα της κοινωνίας με τον Θεό. Με τον θάνατο δεν διακόπτεται η ζωή του ανθρώπου, αλλά ολοκληρώνεται η επίγεια πορεία του και ανοίγεται ο δρόμος προς τη Βασιλεία του Θεού. Έτσι, εκείνος που έζησε εν Χριστῷ δεν αντιμετωπίζει τον θάνατο ως καταστροφή ή αφανισμό, αλλά ως μετάβαση στην αληθινή ζωή, όπου η αγάπη και η κοινωνία με τον Θεό φανερώνονται στην πληρότητά τους (10).

Η χριστιανική αντίληψη για τον θάνατο άσκησε καθοριστική επίδραση στον πολιτισμό και στην παράδοση των χριστιανικών κοινωνιών. Η επίδραση αυτή αποτυπώνεται ακόμη και στη γλώσσα. Ο νεκρός χαρακτηρίζεται ως «κεκοιμημένος», ενώ ο χώρος ταφής ονομάζεται «κοιμητήριο», όρος που δηλώνει την προσωρινότητα του σωματικού θανάτου και την προσδοκία της αναστάσεως. Αντίστοιχα, στους τάφους δεσπόζουν συνήθως ο Σταυρός ή η παράσταση του Αναστάντος Χριστού, ως σύμβολα της νίκης κατά του θανάτου. Παράλληλα, επιτύμβιες επιγραφές με βιβλικά χωρία αναστάσιμου περιεχομένου, καθώς και ο τελευταίος στίχος του Συμβόλου της Πίστεως, «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», εκφράζουν τη σταθερή αναφορά της εκκλησιαστικής ζωής στην προοπτική της αναστάσεως.

Ωστόσο, η αναστάσιμη αυτή προοπτική δεν αναιρεί την ανθρώπινη εμπειρία του πένθους. Η χριστιανική παράδοση δεν θεωρεί τη θλίψη απέναντι στον θάνατο ένδειξη αδυναμίας της πίστεως, αλλά φυσική έκφραση της ανθρώπινης υπάρξεως μπροστά στον χωρισμό από ένα αγαπημένο πρόσωπο. Η στάση αυτή αποτυπώνεται εύγλωττα και στους Πατέρες της Εκκλησίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος, στον Επιτάφιο Λόγο του για τον Μέγα Βασίλειο, δεν αποκρύπτει τη βαθιά οδύνη του για την απώλεια του στενού φίλου και συνοδοιπόρου του. Αντίθετα, εκφράζει με συγκλονιστικό τρόπο την εμπειρία του πόνου, γράφοντας: «Ἐγὼ δέ, Γρηγόριος, ἡμιθανὴς ἤδη καὶ διῃρημένος εἰς δύο, τῆς μεγάλης ταύτης κοινωνίας ἀποσπασθείς…» (11). Η φράση αυτή φανερώνει ότι ακόμη και ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, παρά την ακλόνητη πίστη του στην Ανάσταση, βιώνει βαθιά τον πόνο του χωρισμού. Η πίστη στην αιώνια ζωή δεν καταργεί την ανθρώπινη ευαισθησία, αλλά συνυπάρχει με την εμπειρία της απώλειας.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η ευαγγελική διήγηση της αναστάσεως του Λαζάρου. Παρότι ο Ιησούς γνωρίζει ότι πρόκειται να επαναφέρει τον φίλο Του στη ζωή, συγκινείται βαθιά μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και δακρύζει. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει τον συντομότερο στίχο ολόκληρης της Καινής Διαθήκης: «ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» (Ιω. 11,35).

Τα δάκρυα του Χριστού δεν φανερώνουν αδυναμία ούτε άγνοια για το γεγονός που πρόκειται να ακολουθήσει, αλλά αποκαλύπτουν την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεώς Του και την αγάπη Του προς τον άνθρωπο. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει ότι ο Χριστός επέτρεψε να φανερωθεί η ανθρώπινη συγκίνησή Του, ώστε να δείξει ότι προσέλαβε αληθινά την ανθρώπινη φύση και ότι δεν παραμένει απομακρυσμένος από τον ανθρώπινο πόνο. Τα δάκρυά Του αποτελούν έκφραση της θείας φιλανθρωπίας και της συμπάθειας του Θεού προς την ανθρώπινη οδύνη (12).

Η ορθόδοξη θεολογία, επομένως, προσεγγίζει τον θάνατο μέσα από τη σύνθεση δύο αλληλένδετων πραγματικοτήτων. Από τη μία πλευρά, τον αναγνωρίζει ως τραγική συνέπεια της πτώσεως και αιτία βαθιάς ανθρώπινης οδύνης· από την άλλη, τον ερμηνεύει υπό το φως της Αναστάσεως του Χριστού, η οποία καταργεί την οριστικότητά του και ανοίγει την προοπτική της αιώνιας ζωής. Μέσα σε αυτή τη συνύπαρξη πένθους και ελπίδας διαμορφώνεται η ιδιαίτερη χριστιανική στάση απέναντι στο μυστήριο του θανάτου.

Ολοκληρώνοντας το άρθρο αυτό, θα ήθελα να μοιραστώ μία προσωπική μαρτυρία, η οποία ανέδειξε για μένα με ιδιαίτερο τρόπο το βαθύτερο νόημα της χριστιανικής θεώρησης του θανάτου.

Πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, όταν ήμουν φοιτητής στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έχασα ένα στενό συγγενικό μου πρόσωπο. Μέσα στον πόνο εκείνης της στιγμής απευθύνθηκα σε έναν αξιόλογο καθηγητή μου, κληρικό, ο οποίος δίδασκε το μάθημα της Ποιμαντικής.

Του εξέφρασα έναν προβληματισμό που με απασχολούσε έντονα: «Εμείς αύριο- μεθαύριο θα γίνουμε ιερείς και θα κληθούμε να ποιμάνουμε ανθρώπους. Όταν βρεθούμε μπροστά στον θάνατο, ιδιαίτερα στις πιο δύσκολες περιπτώσεις, όπως όταν πρόκειται για νέους ανθρώπους ή για ανθρώπους που έφυγαν με τραγικό τρόπο, τι θα πρέπει να λέμε στους ανθρώπους που πονάνε και ρωτούν: “Γιατί, πάτερ; Γιατί συνέβη αυτό;”».

Η απάντηση του καθηγητή μου ήταν απλή, αλλά βαθιά. Μου είπε ότι εμείς οι ιερείς έχουμε δώσει πολλές φορές την εσφαλμένη εντύπωση ότι γνωρίζουμε τα πάντα. Όμως ο θάνατος είναι μυστήριο και δεν μπορεί πάντοτε να εξηγηθεί με ανθρώπινα λόγια. Γι’ αυτό ο ιερέας δεν καλείται να δώσει πάντοτε απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, αλλά πρώτα απ’ όλα να σταθεί με αγάπη και συμπόνια δίπλα στον πονεμένο άνθρωπο και να συμπάσχει μαζί του.

Και πρόσθεσε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ: «Αν την ώρα της κηδείας έρθουν δάκρυα στα μάτια σου, μην τα κρατήσεις· κλάψε».


1 Γ. Ι. Μαντζαρίδης, Χριστιανική Ἠθική, Β΄ τόμος, Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 2002, σ. 636.

2 Seneca, De brevitate vitae, 1.3· De tranquillitate animi, 11.

3 Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, Ι΄, 124-125.

4 Κική Δημουλά, «Περί θανάτου και έρωτος», συνέντευξη (βιντεοσκοπημένη), YouTube, διαθέσιμο στο: https://www.youtube.com/watch?v=FyzdftF7tFs.

5 Ο όρος “προπατορικό αμάρτημα” υπάρχει μόνο στους δυτικούς πατέρες. Στους ανατολικούς χρησιμοποιείτε ο όρος “πτώση”

6 Θεοφίλου Αντιοχείας, Πρὸς Αὐτόλυκον, Β΄, 27.

7 Σοφία Σολομώντος 1,13.

8 Νεκρώσιμος Ἀκολουθία, Νεκρώσιμα Ἰδιόμελα, Ἦχος πλ. δ΄, Δόξα, «Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον…»

9 Νεκρώσιμος Ἀκολουθία, Νεκρώσιμα Ἰδιόμελα, Ἦχος πλ. δ΄

10 Βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα 5,76, PG 90, 1380C

11 Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΓ΄, Εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον ἐπιτάφιος, PG 36, 589C–D

12 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΞΒ΄ εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, PG 59, 347–348.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Γνώμη Κιλκίς- Παιονίας διευκρινίζει στους αναγνώστες της ότι θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμα του σχολιασμού και της κριτικής έκφρασης, όταν αυτό φυσικά δεν στοχεύει στην απαξίωση, στην ύβρη και στην προσβολή ατόμων και θεσμών.

Το αναγνωστικό κοινό θα πρέπει να γνωρίζει ότι η Γνώμη, επιδιώκοντας μια υγιή και αμφίδρομη επικοινωνία, δεν δημοσιεύει ανυπόγραφα σχόλια, αλλά ούτε και σχόλια ρατσιστικού, προσβλητικού και υβριστικού περιεχομένου.

Τα ενυπόγραφα άρθρα τέλος, εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας.