Kinesis ΚΔΑΠ

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Ομιλητής για τη Γενοκτονία στη Νέα Σάντα, ο Σούλης Καζαντζίδης

Υπογράφει ο Σούλης Καζαντζίδης
Πολιτευτής Ν.Δ. νομού Κιλκίς
O Πολιτευτής ΝΔ νομού  Κιλκίς Αναστάσιος (Σούλης) Καζαντζίδης την Κυριακή 13 Μαϊου 2018 ανταποκρινόμενος σε σχετικό κάλεσμα – πρόσκληση του Προέδρου και του Δ.Σ. του Συλλόγου Ποντίων Νέας Σάντας παραβρέθηκε και μίλησε στις εκδηλώσεις μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου 1916-1922. Η τελετή πραγματοποιήθηκε μπροστά στο μνημείο του Καπετάν Ευκλείδη Κουρτίδη στη Νέα Σάντα Κιλκίς.

Η ομιλία

Θερμές Ευχαριστίες στο Δ.Σ. και τον Πρόεδρο του συλλόγου κ. Κουρτίδη, που μου έκαναν την τιμή να μιλήσω για την Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού και τα μηνύματα που εκπέμπει.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (1916-1922) και τα μηνύματα που εκπέμπει, Του Αναστάσιου Καζαντζίδη. Η Βουλή των Ελλήνων, όπως είναι γνωστό, με ομόφωνη απόφασή της το Φεβρουάριο του 1994, έλαβε μια ιστορική απόφαση, που θα έπρεπε να είχε λάβει πολύ νωρίτερα: όρισε τη 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου κατά την περίοδο 1916-1922. Θα αποπειραθούμε να κάνουμε μια συνοπτική αναφορά στο ζήτημα αυτό, παρότι απωθεί τους οπισθοδρομικούς του «συνωστισμού», «επιστήμονες», δημοσιογράφους αλλά και πολιτικούς, που εκπροσωπούν τη λογική της «πολιτικής ορθότητας». 

Όλοι αυτοί προβάλλουν κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις. Λένε για παράδειγμα ότι δεν πρέπει η χώρα μας να προκαλεί την Τουρκία με αποφάσεις όπως αυτή της Βουλής το 1994, ότι δεν πρέπει να μιλάμε για Γενοκτονία, ότι πρέπει να αφαιρεθούν άμεσα από τα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας όλα όσα ενοχλούν την Τουρκία, κλπ. 

Όπως μπορούμε ξεκάθαρα να διαπιστώσουμε σήμερα, όσα συμβαίνουν κάθε μέρα στις σχέσεις μας με την Τουρκία δεν οφείλονται μόνο στις ιδιαιτερότητες της χώρας αυτής, που το θράσος της οφείλεται στο ότι δεν λογοδότησε ποτέ για τα εγκλήματα που διέπραξε εναντίον ολόκληρων λαών και πολιτισμών, αλλά οφείλονται και στις απόψεις αυτές. 

Δηλαδή ο κάθε Ερντογάν σκέφτεται: «αφού κάνουν ότι μπορούν να μη με προκαλέσουν, άρα με φοβούνται». Έτσι καθημερινά κλιμακώνει τις προκλήσεις και δημιουργεί συνεχώς νέες εντάσεις στην περιοχή μας. 

 Κάποιοι από αυτούς τους «συνωστιστές» έφτασαν στο άλλο άκρο, προτείνοντας τη συγγραφή κοινών εγχειριδίων ιστορίας για τους μαθητές των δύο χωρών, πράγμα βέβαια που ακούγεται ευχάριστα σ’ εκείνους που δεν ξέρουν, αλλά είναι άτοπο αν όχι γελοίο, εφόσον δεν συνοδεύεται από ένα ελάχιστο κοινό ιδεολογικό πλαίσιο των δύο χωρών: Δηλαδή δημοκρατία εδώ, στην Τουρκία διαλέγετε και παίρνετε. Αυτό, ακόμη, είναι ανόητο, επειδή, εκτός των άλλων υπάρχουν σημαντικά ανοικτά ζητήματα στις σχέσεις των δύο χωρών (Κύπρος, Αιγαίο, ΑΟΖ, κλπ). 

Όλοι λοιπόν αυτοί οι «ειδικοί» δεν εκφράζουν, παρά μόνο τις φαντασιώσεις τους. Εκφράζουν περισσότερο αυτό που θα ήθελαν να γίνει παρά την πραγματικότητα, που είναι τελείως διαφορετική. Όμως πολιτική δεν μπορείς να κάνεις μόνο με τις επιθυμίες. Εξετάζουν τα δεδομένα της Τουρκίας χρησιμοποιώντας τις καθιερωμένες «μήτρες» που ισχύουν στις διεθνείς σχέσεις, αγνοώντας όμως τις σημαντικές ιδιαιτερότητες της τουρκικής περίπτωσης και τα αίτια που παράγουν τις αλλεπάλληλες κρίσεις στις σχέσεις των δύο χωρών. 

Χρησιμοποιούν τη μέθοδο του εξευμενισμού, καλοπιάνοντας τον αντίπαλο, αγνοώντας έτσι τα μηνύματα που μας στέλνει ο μέγας Θουκυδίδης: ότι ο εξευμενισμός του αντιπάλου είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς τη σύγκρουση. Η ανθρωπότητα άλλωστε αυτό το βίωσε στην περίπτωση του Χίτλερ. Αυτό που μπορεί να αποτρέψει τη σύγκρουση είναι αφενός μεν η ανάπτυξη ισχυρής στρατιωτικής δύναμης αποτροπής και αφετέρου η οικοδόμηση φιλικών σχέσεων πάνω στην αλήθεια και την αξιοπρέπεια και των δύο λαών. 

Φτάνοντας όλοι αυτοί στα γεγονότα που συνδέονται με τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, συχνά προχωρούν σε αφελείς υπεραπλουστεύσεις. Υποστηρίζουν για παράδειγμα ότι κατά την περίοδο εκείνη είχαμε πόλεμο και στον πόλεμο παρουσιάζονται αγριότητες απ’ όλες τις πλευρές. Αγνοούν όμως ότι το «ολοκαύτωμα εν ροή» των Ελλήνων του Πόντου (και της υπόλοιπης Μ. Ασίας) ξεκίνησε πολύ πριν το 1919 που έγινε η ελληνική απόβαση στη Σμύρνη και ότι τα γυναικόπαιδα που κυρίως υπέστησαν τη βαρβαρότητα, δεν συμμετείχαν σε κανένα πόλεμο. 

Δυστυχώς για όλους αυτούς τους «συνωστιστές» ο αφανισμός των χριστιανικών εθνοτήτων της Μικράς Ασίας είχε προαποφασιστεί, όπως αποδεικνύεται όχι μόνο από το πλήθος των ντοκουμέντων που βρίσκονται στη διάθεσή μας, αλλά ακόμη και όπως αξιόλογοι Τούρκοι επιστήμονες (όπως πχ ο Τανέρ Ακτσάμ ) παραδέχονται. Η ιδεολογία του σύγχρονου τουρκικού κράτους αντικατοπτρίζεται τόσο στα διδακτικά εγχειρίδια, όσο και στα μνημεία, όπου κυριαρχούν σύμβολα ρατσισμού, ακραίου εθνικισμού και μίσους. 

Το μνημείο του Τοπάλ Οσμάν για παράδειγμα, του βάρβαρου σφαγέα των Ποντίων, που δεσπόζει στο λόφο της Κερασούντας, καθώς και το μνημείο του αρπακτικού Τούρκου νικητή στρατιώτη απέναντι στον καταρρεύσαντα Έλληνα στο Αφιόν Καραχισάρ, εκφράζουν αυτήν ακριβώς την ιδεολογία. 

Όλα αυτά διαμορφώνουν τη συλλογική συνείδηση του τουρκικού λαού σε αρνητική κατεύθυνση, είναι παράγοντες δημιουργίας συνεχών κρίσεων σ’ όλη την περιοχή. Αυτό που γνώρισαν οι Πόντιοι 2ης και 3ης γενιάς από τους γονείς και τους παππούδες τους, σήμερα μπορεί να το γνωρίσει κάθε Έλληνας σε όλη του την έκταση. 

Οι αλλεπάλληλοι τόμοι που έχουν εκδοθεί – με αποκορύφωμα τον τόμο που εξέδωσε η Βουλή των Ελλήνων το 2004- και οι άπειρες μελέτες που εκπονούνται, με καταιγιστικό μάλιστα ρυθμό, αποδεικνύουν την αδιαμφισβήτητη ιστορική πραγματικότητα του εγκλήματος. Άλλωστε η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου -στο πλαίσιο της γενοκτονίας όλων των χριστιανικών λαών της Ανατολής από το καθεστώς των Νεοτούρκων- το Νοέμβριο του 2007 από τον πλέον αρμόδιο φορέα, τη Διεθνή Ένωση Ακαδημαϊκών για τη μελέτη των Γενοκτονιών (I.A.G.S) συντρίβει εκ των πραγμάτων κάθε επιχείρημα των αρνητών. 

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας το Μάρτιο του 2010 απ’ το κοινοβούλιο της Σουηδίας, μιας χώρας που στηρίζει με θέρμη την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, αφήνει άναυδους τους αρνητές της. Η αναγνώριση το 2006 απ’ το Ευρωκοινοβούλιο και το 2015 απ’ την Αρμενία δίνει οριστικό τέλος στην αμφισβήτηση. 

 Ο ΟΗΕ με το ψήφισμά του το 1948 για τον ορισμό του εγκλήματος της Γενοκτονίας, που εισηγήθηκε ο μεγάλος ανθρωπιστής Ραφαέλ Λέμκιν, δηλώνει ότι δεν πρόκειται για έγκλημα εναντίον ενός μόνο έθνους, έστω και τμήματός του. Πρόκειται για έγκλημα εναντίον όλης της ανθρωπότητας. Συνεπώς ο αγώνας για την αναγνώριση του εγκλήματος δεν αφορά μόνο τους Πόντιους, ή μόνο τους Έλληνες. 

Δεν είναι ζήτημα που αφορά τις σχέσεις δύο χωρών, δηλαδή της Ελλάδας και της Τουρκίας, όπως θέλουν να το υποβαθμίσουν εξευτελίζοντάς το οι εγχώριοι «επιστήμονες» και κονδυλοφόροι. Αφορά όλη την ανθρωπότητα. Οι αγωνιστές για την αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν είναι τυπικοί αγωνιστές, αλλά αγωνιστές για την κατοχύρωση του θεμελιώδους δικαιώματος της ανθρωπότητας, του δικαιώματος στη ζωή. Συνεπώς ο αγώνας αυτός είναι ο σημαντικότερος αγώνας που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Αγωνίζονται γιατί γνωρίζουν καλά ότι η ασυλία του θύτη προκαλεί τις επόμενες Γενοκτονίες. 

Γνωρίζουν για παράδειγμα, ότι η απόφαση του Χίτλερ για την «τελική λύση» απέναντι στους Εβραίους βασίστηκε στην ασυλία του Κεμάλ και των Νεοτούρκων για τις γενοκτονίες που προηγήθηκαν.Κεντρικός στόχος του αγώνα των ποντιακών φορέων μετά το 1994 είναι η διεθνοποίηση της Γενοκτονίας και η αναγνώρισή της από το επίσημο τουρκικό κράτος. 

Ο στόχος αυτός, έχει μεγάλες δυσκολίες, για παράδειγμα το γεγονός ότι έχουμε ένα κράτος ραγιά, που όχι μόνο δεν στηρίζει τον ποντιακό ελληνισμό, αλλά υπονομεύει τον αγώνα του (θυμίζω το 1958 που ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, για να μην ενοχληθεί η Τουρκία, απαίτησε απ’ τον Αυστριακό Υπουργό να απαγορεύσει στον νεαρό τότε Έλληνα ερευνητή Πολυχρόνη Ενεπεκίδη να συνεχίσει τις έρευνες του στα αυστριακά αρχεία όπου είχε βρει από τότε σημαντικά στοιχεία, που θεμελίωναν το έγκλημα. 

Ακόμη το γεγονός ότι δύο φορές, το 1999 και το 2003 απαίτησε από την κυβέρνηση της Αρμενίας να μην προχωρήσει στην αναγνώριση της Γενοκτονίας, για να μην ενοχληθούν οι πασάδες. Αυτοί λοιπόν έμαθαν καλά το παιχνίδι που παίζεται κι όσο δεν αλλάξουμε νοοτροπία, πάντα θα έχουμε προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά οι Πόντιοι δεν πτοούνται και δεν πρέπει να πτοούνται. Γνωρίζουν κάτι που αγνοούν οι διπλωμάτες και οι υπουργοί μας. 

Ότι αν αναγνωριζόταν από νωρίς το έγκλημα αυτό, η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά το 1922 θα ήταν διαφορετική. Δεν θα είχε ούτε Σεπτεμβριανά, ούτε Κυπριακό, ούτε Ίμια. Η δομή και η ιδεολογία του τουρκικού κράτους, ενός σφαγέα λαών δηλαδή, που δεν λογοδότησε ποτέ και πουθενά είναι που διαπερνά τη συλλογική συνείδηση του τουρκικού λαού και γεννά την επιθετικότητα. 

Ο αγώνας συνεπώς των Ποντίων είναι αγώνας πρώρα απ’ όλα για την ειρήνη. Οι άλλοι, οι μεταμοντέρνοι «ειδικοί», που προτείνουν μια «φιλία» χωρίς όρους και προϋποθέσεις, προς μια Τουρκία όχι δημοκρατική, αλλά απάνθρωπη, που φυλακίζει και εξολοθρεύει οτιδήποτε διαφορετικό αντιστέκεται, στην ουσία συντελούν στην αναπαραγωγή αυτής της ιδεολογίας, στην αναπαραγωγή των κρίσεων. 

Οι υγιείς σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν μπορούν να οικοδομηθούν πάνω στην παραχάραξη ή την αποσιώπηση της αλήθειας, γιατί αυτή αργά ή γρήγορα θα γίνει γνωστή. Η νέα γενιά της Τουρκίας δεν είναι υποχρεωμένη να μολύνεται με το άγος του εγκλήματος εναντίον των Ελλήνων του Πόντου (και των λοιπών χριστιανικών λαών της Ανατολής Αρμενίων και Ασσυρίων) κατά την περίοδο 1916-1922. 

Η ιστορική αποκατάσταση παρά την αρχική έκπληξη ή ακόμη και οδύνη που θα επιφέρει για την άγνωστη μέχρι τότε αλήθεια, στη συνέχεια μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για την τουρκική κοινωνία. Θ’ αποτελέσει προϋπόθεση να ζητήσει συγνώμη η Τουρκία για το έγκλημα αυτό, ως εγγύηση ότι δεν θα επαναληφθούν ανάλογα εγκλήματα στο μέλλον. 

Μια τέτοια πράξη άλλωστε δεν είναι μοναδική στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Ο Βίλυ Μπραντ πριν από αρκετά χρόνια γονάτισε στο μνημείο του εβραϊκού ολοκαυτώματος, όπως μερικά χρόνια πριν έκανε ο Γερμανός Πρόεδρος στο μνημείο των Καλαβρύτων, αποδεικνύοντας έτσι έμπρακτα ότι η σημερινή Γερμανία δεν έχει ουδεμία σχέση με το γενοκτόνο ναζιστικό καθεστώς. Μπροστά στην ίδια πρόκληση βρίσκεται και η Τουρκία. 

Ένα νέο τοπίο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπου η ειρήνη και η πραγματική φιλία θα έχουν στερεότητα και βάθος, που δεν θα καταρρέουν βίαια κάτω από το βάρος τυχαίων φαινομενικά γεγονότων, όπως συνεχώς από το 1922 μέχρι σήμερα επαναλαμβάνεται, είναι αναγκαίο όσο ποτέ. Το τοπίο αυτό το δικαιούνται οι λαοί των δύο χωρών και το απαιτούν οι νέες πραγματικότητες.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου