Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

¨Μη χειρότερα γυναίκα, κοίτα λίγο στο Θεό, τα ΄κανες όλα κορίτσια κι ούτε ένα αρσενικό¨

Της Μέμας Τεμεκενίδου
Νύχτωσε και σήμερα η μέρα, 20 Ιούλη. Δύσκολη όπως κάθε χρόνο, χρόνια τώρα.
Πείσμωσα απ το πρωί και είπα πως φέτος θα τα αλλάξω το χούι μου. Θα σκεφτώ μόνο τα ευχάριστα. Γιορτές , γενέθλια, γάμους και βαφτίσια. Η ανιψιά, η αδερφή, η εγγονή, η κόρη της φίλης, η φίλη που έχει επέτειο, η ξαδέρφη έχει γενέθλια, ο Λιάκος απ την Ήπειρο που γιορτάζει ….. όλοι γεροί κι αγαπημένοι.


Προχωράει η μέρα και είμαι κάπως. Δε θα τα αφήσω να με ρίξει, θα κάνω καμιά δουλειά (απ τις τόσες που αναβάλω καθημερινά), θα πάω στο γάμο του Ηλία και της Μαρίας, θα ευχηθώ στους αγαπημένους , θα σαχλαμαρίσω στο φου μπου, θα περάσει η μέρα χωρίς να το καταλάβω. Πέρασαν άλλωστε τόσα χρόνια από τότε. Είναι απαράδεκτο να μην ξεχνάω, «κι αφήνω τ΄ αποθαμέντς ν αναπάουνταν» που λέει κι η μάνα μου.

Όμως πώς να μη θυμάμαι; Τελειώνει η στέψη, τελειώνει η βάφτιση και δε με κρατάει τίποτα. Αγνοώ ακόμη και τα πέδιλα που μου ρήμαξαν τα πόδια! Ε ναι! Στο γουρούνι κουδούνι πάει;;; φόρεσα κι εγώ τα ωραία κόκκινα πέδιλα μου, για να πάρω μερικούς πόντους…. Αλλά μ εκδικήθηκαν.

Βουρ για το νεκροταφείο πριν πιάσει η βροχή. Θα πάω να του τα πω για μια χρονιά ακόμη…. Μήπως και φύγει αυτή η πέτρα απ την καρδιά μου.

Περνάω απ τον Λάκη, τον Κίμωνα, το Χρίστο και να ΄μαι στον τάφο του Γιάγκου. Θυμώνω με τον εαυτό μου κυρίως. Έτσι κι αλλιώς αυτός τόσα χρόνια…. αγρόν αγοράζει. Του τα λέω, του θυμώνω, κάνω και μήνα να πάω, τίποτα! 20 Ιούλη 1998. Ο μπαμπάς μου μ άφησε κι έφυγε. Ποτέ δε θα τον συγχωρήσω. Πόσες φορές τον μίσησα γι αυτό!! Που με κορόιδεψε, ότι είναι καλά, πως θα πάω διακοπές και θα γυρίσω κι αυτός θα είναι εδώ στο σπίτι μας να με περιμένει!

Το ήξερα πάντα ότι δεν ήμουν τ΄ αγαπημένο κοριτσάκι του! Πώς να πάρεις την πρωτοκαθεδρία της μικρής;; ούτε η κόρη που πονούσε ήμουν, αυτή ήταν πάντα το λιονταράκι του, η μεγάλη που ¨και ΄χαρεντέρτσεν ατεν ¨ γιατί παντρεύτηκε μικρή . Ούτε η κόρη που ήθελε να τον αποδεχτεί ! Η δίδυμη ήταν που χαιρόταν να τη βλέπει ν αγωνιά γι αυτόν!

Εγώ ήμουνα ο γιατρός του που θα τον πρόφταινε στο Νοσοκομείο, το φόβητρο του χάρου όταν δεν ένοιωθε καλά, ο μεσολαβητής στις υπηρεσίες που δεν ήθελε να πάει ποτέ, ο αντίπαλος που χαιρόταν να μαλώνει μαζί του, η περηφάνια του που «όλα» τα ήξερε, τα αγόρι του, αυτό που τόσο ήθελε αλλά δεν είχε, όχι γιατί δεν γέννησε, αλλά γιατί δεν ¨ευδοκιμούσαν¨ στην οικογένεια μας . Προσπαθούσα να μπω στους ρόλους που μου έδωσε και να τους παίξω καλά. Περάσαμε μαζί το φόβο του για τους γιατρούς, τις πίκρες που του έλαχαν και δεν ήθελε να πει σε κανέναν άλλο, μη και θεωρηθεί αδύναμος, την ταπείνωση της εγχείρησης προστάτη, τον τρόμο της μετάγγισης όπου φοβήθηκα πως θα τον χάσω, την δυσθυμία του όταν τον πίεζα να μιλήσει για τη Μακρόνησο κι αυτός επέμενε ότι έπρεπε να ξεχαστούν αυτά και να κοιτάξουμε το μέλλον.

Και πάνω που πίστεψα ότι ήταν καλά και μπορούσα να χαλαρώσω….. με παράτησε κι έφυγε. Μ' έναν τρόπο απαράδεκτο. Απ το πείσμα του και τον εγωισμό του…. Και δε θέλησε να είμαι κοντά του. Δεν κατάλαβα γιατί;

Τα σκέφτομαι και είμαι έξαλλη! Πηγαίνω στον παππού τον Χιονίδη, στο θείο τον Ηλία, τον θείο Ηλία (ξάδερφο του Γιάγκου μου), είναι άλλωστε η μέρα της γιορτής τους … και πιάνει η ευλογημένη βροχή! Να ξεπλύνει την οργή και τα δάκρυα , να γαληνέψει την ψυχή, να μ αναγκάσει να αφήσω ήσυχους του πεθαμένους. Κάθομαι κάτω απ το κιόσκι να ηρεμίσει λίγο. που να τρέχω άλλωστε με τα κόκκινα πέδιλα που με τρελαίνουν στον πόνο;; Η βροχή επιμένει, επιμένω κι εγώ να θυμάμαι…. 16 χρόνια που έφυγε και δεν το χώνεψα!

Δεν ήμουν μικρό κοριτσάκι. μεσόκοπη και μάλλον τυχερή που είχα έναν πατέρα- φίλο- θαυμαστή- βράχο. Που είχα τον μπαμπά μου που έβαζε όλο τον κόσμο απ τη μια μεριά και τα κορίτσια του απ την άλλη, που μπορούσα να κάτσω στα γόνατα του 40 χρονών γυναίκα και να με νταντέψει σαν παιδάκι, που μπορούσα να του πω το πρόβλημα μου, ακόμη κι αν αυτό αφορούσε το σύντροφο μου και να μιλήσουμε σαν ίσος προς ίσο. Που όταν συννεφιάζαμε τα κορίτσια του ….. άστραφτε και βροντούσε στον υπαίτιο, που θύμωσε στη μάννα μου όταν γέννησε και τέταρτο κορίτσι και μετά την αγάπησε περισσότερο, γιατί ¨άλλο πράγμα τα κορίτσια¨ κι όταν μεράκλωνε της τραγουδούσε το ¨μη χειρότερα γυναίκα, κοίτα λίγο στο Θεό, τα ΄κανες όλα κορίτσια κι ούτε ένα αρσενικό¨

Θα έρθουν να με μαζέψουν κάποια στιγμή, που θα πάει;;

Σουρουπώνει, βγαίνει και το ουράνιο τόξο μακριά, θα νυχτώσει, θα περάσει κι αυτή η μέρα, πόσο μεγάλη μπορεί να είναι πια;;;

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου