Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Einen Stiefel schreiben…λόγος περί αερολογίας

Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης
Η λέξη «μπότα» έχει αγγλική προέλευση- “boot”. To συγκεκριμένο είδος υποδήματος προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο κατεργασίας του δέρματος και άλλες τεχνικές ικανότητες. Στα γερμανικά η λέξη ονομάζεται Stiefel. Και υπάρχουν μια σειρά από ενδιαφέρουσες εκφράσεις οι οποίες σχετίζονται με τις «μπότες».
Παραθέτουμε κάποιες οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν και συμβολική σημασία για την παρούσα κριτική μας, π. χ. η έκφραση της λαϊκής καθομιλουμένης einen Stiefel zusammenreden ή schreiben, που σημαίνει λέω/γράφω ένα σωρό ανοησίες/κοτσάνες, einen Stiefel einbilden έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, einen Stiefel schreiben γράφω βλακείες/ανοησίες.

Η λέξη σαγιονάρα έχει προέλευση ιαπωνική. Σημαίνει «αντίο». Πέρασε στην ελληνική μέσω της αγγλικής γλώσσας και άρχισε να σημαίνει ένα συγκεκριμένο τύπο παντόφλας. Η αλλαγή σημασίας δεν μπορεί σήμερα να ανιχνευθεί. Προφανώς σχετίζεται με την ταινία «Σαγιονάρα» που «βγήκε» το 1957 στους κινηματογράφους . 


Η ταινία βασιζότανε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του James Michener. Το έργο γράφτηκε το 1954 και η ιστορία του διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και αφορά το πρόβλημα του ρατσισμού: αυτός εκδηλώνεται στην ιστορία του έρωτα ενός Αμερικανού αξιωματικού με μια Γιαπωνέζα - πρωταγωνιστής στην ταινία ήταν ο Μάρλον Μπράντο. Αν όντως η λέξη σαγιονάρα με τη σημασία της παντόφλας προήλθε από την ονομασία της ταινίας είναι κάτι το οποίο οφείλουν να ανιχνεύσουν οι λεξικογράφοι. 

Η λέξη εμφανίζεται στην αγγλική γλώσσα ήδη από τον 19ο αιώνα, ενώ η ρίζα της έχει προέλευση από τα «μεσαιωνικά» κινέζικα. Και προφανώς ανήκει σε εκείνες της λέξεις, όπου η ονομασία ενός προϊόντος γίνεται όνομα του είδους της παντόφλας. Σαγιονάρα είναι η πλαστική παντόφλα, σε σχήμα V με το λουράκι ανάμεσα στο μεγάλο δάκτυλο: έκανε την εμφάνισή της μαζικά στη δεκαετία του ΄60 και ΄70 σε σχέση με την κουλτούρα της παραλίας. 

Το είδος του υποδήματος δεν προσφέρει σταθερότητα, βρίσκεται στον αντίποδα της μπότας, η οποία θεωρείται το κατ΄ εξοχήν υπόδημα σταθερότητας και αντοχής. Η στρατιωτική της χρήση είναι προφανώς για αυτό το λόγο: η μπότα είναι το κατ΄ εξοχήν στρατιωτικό υπόδημα -υποδηλώνει σκληρότητα, αντοχή κ.λπ.. Η άλλη γνωστή είναι η μπότα των γελαδάρηδων της άγριας Δύσεως. Και εδώ υποδηλώνονται παρόμοιες ιδιότητες. 

Έχουμε για αυτό μπότες εργασίας με ειδική μεταλλική εσωτερική επένδυση για την προστασία από ατυχήματα, στρατιωτικές μπότες, μπότες που φορούν οι οπαδοί φασιστικών οργανώσεων σε ένδειξη του άκαμπτου, αλύγιστου στοιχείου του «χαρακτήρα» και της ιδεολογίας τους.

Αν η μπότα συμβολίζει σταθερότητα, αντοχή και σκληρή εργασία, η σαγιονάρα θυμίζει άνεση, χαλαρότητα και χρόνο σχόλης. Τουλάχιστον, όπως πέρασε αυτό το είδος υποδήματος στη Δύση. Τα ιαπωνικά πρωτότυπα προφανώς δε θα πρέπει να θεωρούνται σύμβολα χαλαρότητας. Οι ιαπωνικοί κώδικες επικοινωνίας, τουλάχιστον στις παραδοσιακές μορφές τους, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν μπορούν να θεωρηθούν χαλαροί.

Η σαγιονάρα ως υπόδημα, αλλά και ως ονομασία εμφανίζεται στην Ελλάδα, στη δεκαετία του 1960. Μια εποχή έντονης κινητικότητας και διεύρυνσης του ορίζοντα των Ελλήνων: άνοιγμα των συνόρων, μετανάστευση, αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς τη χώρα μας, πρώτη μαζική εισαγωγή καταναλωτικών προϊόντων και οι πρώτες φοβικές αντιδράσεις από την πλευρά των συντηρητικών. 

Ο δημοσιογράφος Νίκος Μέρτζος σε νεαρή σχετικά ηλικία στην δεκαετία του 1960 από τις στήλες του ακροδεξιού Ελληνικού Βορρά επεσήμανε τους «κινδύνους» από τον «εξαμερικανισμό» και τον «εξιαπωνισμό» [sic!] της ελληνικής κοινωνίας. Φαίνεται ότι ένα απομεινάρι εκείνου του «εξιαπωνισμού» είναι και η λέξη σαγιονάρα, που έμεινε στη γλώσσα μας ως υπόμνηση ότι ο κόσμος ποτέ δεν ήταν στατικός και «στεγανός», όπως θα τον επιθυμούσαν διάφοροι φοβικοί και ανασφαλείς.

 Η σαγιονάρα είναι μια από τις πολλές λέξεις από τις μακρινές περιοχές της Ασίας, οι οποίες αποθησαυρίζονται πλέον στα λεξικά: άλλες λέξεις με διαφορετικό ιστορικό εισόδου στην επικράτεια της ελληνικής γλώσσας από την ευρύτερη περιοχή του Ειρηνικού είναι η λέξη αμόκ, σοκ, κάβα (κάβα ποτών) κλπ. - αρκετά με τα γλωσσολογικά.

Δύο ελληνικές λέξεις, αγγλικής και ιαπωνικής προέλευσης διάλεξε ως τίτλο ενός άρθρου του στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (Τρίτη 01-03-2011), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Τίτλος του άρθρου «Μπότα και σαγιονάρα»: ο τίτλος είναι προφανώς συμβολικός.

Από την άλλη θυμίζει εκείνους τους χαρακτηριστικούς τίτλους φιλοσοφικών βιβλίων: «Προτσές και πραγματικότητα» (Α.Ν. Γουάιτχεντ), «Το Είναι και το Μηδέν» (Ζαν Πωλ Σαρτρ), «Αλήθεια και Μέθοδος» (Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ) και ένα πιο πρόσφατο «Θυμός και Χρόνος» του Πέτερ Σλότερνταϊκ – φυσικά και ο τίτλος ενός βιβλίου το οποίο είναι σημείο αναφοράς για τη φιλοσοφία του 20ου αιώνα, «Είναι και Χρόνος» του Μάρτιν Χάιντεγκερ.

Με αυτόν το «γνωστό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ» ξεκινάει το άρθρο του ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Ο Γ. Σκαμπαρδώνης κινείται στη σκιά αυτής της παράδοσης της αντιδιαστολής δύο εννοιών σε έναν τίτλο που παρατηρούμε στα φιλοσοφικά έργα. Συνειδητά ή ασυνείδητα προδίδει μια διάθεση σοβαρότητας και εμβάθυνσης από την πλευρά του αρθρογράφου σε κάποιο πολύ σπουδαίο ζήτημα. Και το ζήτημα το οποίο πραγματεύεται ο Γ. Σκαμπαρδώνης, δεν είναι αμελητέα ποσότητα: είναι η πολιτική και κοινωνική μας επικαιρότητα ως απόρροια των βιοτροπιών δύο διαφορετικών λαών, τους οποίους φαίνεται να αναγορεύει σε προδρόμους ενός επιθυμητού μέλλοντος - είναι ο γερμανικός λαός και η «κουλτούρα» της «μπότας» και ο ελληνικός λαός με την «κουλτούρα» της «σαγιονάρας».

Οι δύο «κουλτούρες» έχουν και τις δικές τους ρίζες, τις δικές τους παραδόσεις. Η μεν πρώτη στον καλβινισμό ή δε δεύτερη στην «καθ΄ημάς Ανατολή».

Ο Μ. Χάιντεγκερ εκφράζεται με το σύμβολο της «μπότας». Είναι η «γερμανική μπότα», όπως τη γνώρισε ο ελληνικός λαός στη διάρκεια της νατσιστικής κατοχής. Είναι η περίφημη μπότα του κατακτητή. Η σύνδεση γίνεται με μια αναφορά στον πρυτανικό λόγο του φιλοσόφου στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ την περίοδο της ανόδου των Νάτσηδων στην εξουσία.

Υπάρχουν συμπολίτες μας οι οποίοι λυμαίνονταν το δημόσιο χρήμα και είχαν για πολύ χρόνο την ανοχή μας. Υπάρχουν συμπολίτες μας οι οποίοι λυμαίνονται το δημόσιο χώρο και έχουν την κατανόησή μας και ανοχή μας. Υπάρχουν συμπολίτες μας οι οποίοι λυμαίνονται το δημόσιο λόγο και χαίρουν του θαυμασμού, πολλών εξ ημών.

Στη ντόπια δημοσιότητα μια τέτοια περίπτωση είναι και ο δημοσιογράφος - συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης : ίσως εδώ η έκφραση «λυμαίνομαι τη δημοσιότητα» να έχει βρει τη δημοσιογραφική απεικόνισή που της αρμόζει.

Η ποιότητα του δημόσιου λόγου, την οποία προσφέρει ένα έντυπο ή μια εφημερίδα είναι υπόθεση, η οποία αφορά, πρωτίστως, τους ιδιοκτήτες του Μέσου και δευτερευόντως του αναγνώστες του, διότι η ιδιοκτησία άνετα μπορεί να επικαλεσθεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος «πουλάει», επομένως κάθε κριτική, όσο εύστοχη και αν είναι, έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

Δε θα ασχοληθώ με τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, διότι είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη αρθρογραφία δεν προσφέρει αναγνώστες στην εφημερίδα.

Αν σε άλλες εποχές είχαμε την πολυτέλεια να φλυαρούμε και να παραθέτουμε διάφορα φληναφήματα μέσα από τις σελίδες εφημερίδων και περιοδικών, στις μέρες μας κάτι τέτοιο είναι ολέθριο. Η καταβαράθρωση της χώρας δεν είναι απόρροια μόνο της διαφθοράς πολιτικών και πολιτών, αλλά είναι πολύ περισσότερο της ποιοτικής και ηθικής στάθμης του δημόσιου λόγου ο οποίος δεσπόζει στη χώρα. Η ευθύνη της όποιας οργανικής διανόησης λυμαίνεται το δημόσιο λόγο για τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι τεράστια. 

Η αποτίμηση δεν είναι της στιγμής. Ο Γ. Σκαμπαρδώνης είναι ένα από τα πρόσωπα, τα οποία έδωσαν το στίγμα τους στο δημόσιο λόγο μέσα από τοπικές εφημερίδες. Αν, όμως, στο παρελθόν, η αναπαραγωγή στερεοτύπων, ευφυολογημάτων, γλωσσικών παιχνιδισμάτων και παιδιαρισμάτων είχαν κάποιος οπαδούς –ένας παρόμοιος λόγος μόνο οπαδούς μπορεί να έχει - σήμερα, σε στιγμές κινδύνου, η σιωπή και η ανοχή απέναντι σε παρόμοια φαινόμενα συνιστά δειλία και ατολμία. Η καταγγελία του ευφυολογήματος και του στερεοτυπικού λόγου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουμε να αναζητήσουμε στοιχειώδεις απαντήσεις στα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε.

Και για να εξηγούμαστε. Ο Γ. Σκαμπαρδώνης σε άρθρο του με τον τίτλο «Μπότα και σαγιονάρα» (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Τρίτη 01-03-2011) διατυπώνει την «άποψή» του για τα χαρακτηριστικά των Γερμανών και των Ελλήνων.

Κείμενο το οποίο παραπέμπει στη ντόπια εκδοχή της «βαρβαρότητας της ημιμόμορφωσης» και στα καμώματά της. Ο Γ. Σκαμπαρδώνης εκκινεί από το «γνωστό φιλόσοφο» Μάρτιν Χάιντεγκερ για να αποδείξει ότι οι Γερμανοί παραμένουν ίδιοι και απαράλλακτοι εδώ και δεκαετίες, ίσως και εκατονταετίες. Ποιος να γνωρίζει τι κυκλοφορεί στο μυαλουδάκι του πολυτάλαντου Γ. Σκαμπαρδώνη;

Παραθέτει, λοιπόν, ο αρθρογράφος στην αρχή του άρθρου του ένα σύντομο απόσπασμα από τον περίφημο «πρυτανικό λόγο» (“Rektoratsrede”) του Μ. Χάιντεγκερ στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ (“ο Χίτλερ και οι Γερμανοί καθοδηγούνταν από την αυστηρότητα εκείνης της πνευματικής αποστολής που το πεπρωμένο του γερμανικού λαού δυναμικά επέβαλε στην Ιστορία “) και αναρωτιέται: «Σας θυμίζει κάτι πιο πρόσφατο αυτή η φράση;»

Ο ημιμορφωμένος βάρβαρος ανακάλυψε κιόλας συνάφειες ανάμεσα στο γερμανικό νατσιστικό παρελθόν και το δημοκρατικό παρόν. Και ακολουθεί το στερεότυπο: οι Γερμανοί έχουν μανία με την επιβολή, την υποταγή, «τη θέληση να είσαι τυφλό, παραγωγικό ζαγάρι». Προφανώς κατά τον αρθρογράφο ο Άντολφ Χίτλερ ήθελε τους υπηκόους «παραγωγικά ζαγάρια», τα ίδια και η σύγχρονη γερμανική πολιτική ηγεσία. Και σαν να μην έφτασε αυτό η μανία έχει και διαστροφικό χαρακτήρα θέλεις να την επιβάλλεις και στους άλλους και δη «σαδομαζοχιστικά».

Πόσο εύκολα μπορεί να ξεμπερδέψει κανείς με μια άκρως περίπλοκη και «δύσκολη» πραγματικότητα. Όλα είναι ζήτημα «μανίας». Ο κ. Σκαμπαρδώνης ξεδιπλώνει και το γλωσσοπλαστικό ταλέντο του – τι στο καλό βραβευμένος συγγραφέας είναι- και δημιουργεί και νέες λέξεις για να περιγράψει αυτή τη φοβερή έξη των Γερμανών «ελεγχομανία». Οι Γερμανοί πάσχουν από «ελεγχομανία»!

Ο αρθρογράφος δεν αρκείται στη διάγνωση της «παθήσεως», αλλά προχωρά και παραπέρα καταγράφοντας και τις πηγές προέλευσής της: «Από πίσω βέβαια υπάρχει ο Καλβινισμός και οι θεωρίες του “περί προτεραιότητας της πνευματικότητας της εκκλησίας έναντι των μυστηρίων», η Θεία Χάρη που απονέμεται σε ολίγους, και η μαρτυρική πειθαρχία των πολλών υπέρ της κοινωνίας, η ηθικολογία και η δίωξη κάθε αντίπαλης εκδοχής».

Θεολόγος ή θρησκειολόγος ο κ. Σκαμπαρδώνης; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πρόκειται για το ανάλογο της ασυδοσίας με το δημόσιο χρήμα. Εδώ πρόκειται περί ασυδοσίας του δημόσιου λόγου. Κανείς δεν ελέγχει και κανείς δεν ελέγχεται. Ότι βρέξει του καθενός κατεβάζει. Και διαβάζουν οι αδαείς και εκσταζιάζονται με την ευρυμάθεια του αρθρογράφου, ο οποίος προσθέτει συμβολικό κεφάλαιο στην αναγνώρισή του ως «πνευματικού ανθρώπου». Παρεμπιπτόντως, ο Καλβινισμός ελάχιστη σχέση έχει με τους Γερμανούς: οι Γερμανοί είναι είτε Προτεστάντες/Διαμαρτυρόμενοι ή Καθολικοί – ο Μαξ Βέμπερ αναφέρεται σε προτεσταντική ηθική. Και μιας και ο Γ. Σκαμπαρδώνης αναφέρεται στον Μάρτιν Χάιντεγκερ οι ρωμαιοκαθολικές ρίζες του τελευταίου είναι γνωστές. Δεν είναι του παρόντος να παρουσιαστεί τούτη η ταραχώδης σχέση με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά απ΄ ό,τι φαίνεται ο «γνωστός φιλόσοφος» δεν είναι και τόσο γνωστός στον Γ. Σκαμπαρδώνη.

Απέναντι στον καλβινισμό ο Γ. Σκαμπαρδώνης αντιπαραθέτει την Ορθοδοξία. Από τη μία πλευρά ο «γερμανικός καλβινισμός» και από την άλλη η «ελληνική ορθοδοξία» - αυτά είναι τα δύο στοιχεία που καθορίζουν την πορεία των δύο λαών. Δυστυχώς, όμως, την Ορθοδοξία – στην οποία «η Θεία Χάρη δίνεται σε όλους ανεξαιρέτως, υπάρχει το αυτεξούσιον, η ελευθεριότητα, και η ημέρα ξημερώνει επί δικαίων και αδίκων»- εμείς μεν «μπαχαλοποιήσαμε» [sic!] –“εμείς μπαχαλοποιήσαμε τη χαλαρότητα της Ορθοδοξίας» - οι Γερμανοί από την πλευρά τους «τράβηξαν ως τα άκρα την καλβινιστική θεωρία με τον ναζισμό…». Και καταλήγει ο αρθρογράφος της «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»: «Εκείνοι [σ.σ. οι Γερμανοί] τείνουν μονίμως προς την προβατοποίηση, ενώ εμείς προς το μπάτε σκύλοι αλέστε»!

Και καταλήγει στο εξής καταπληκτικό συμπέρασμα: «Και τα δύο σχήματα συνεχίζουν, χοντρικώς, να επιβιώνουν και στη Δύση και στην καθ΄ ημάς Ανατολή».

Προφανώς ο Γ. Σκαμπαρδώνης αγνοεί την έννοια του Sonderweg (“ιδιαίτερου δρόμου»), αγνοεί την έννοια του «καθυστερημένου έθνους» (“verspaetete Nation”) και όλη εκείνη την πλευρά της γερμανικής πνευματικής ιστορίας, η οποία ορίζεται και αυτοαναγνωρίζεται ως αντιδυτική, αναφέρεται σε εξαμερικανισμό της γερμανικής ζωής κ.ο.κ.;

Η σύνδεση του Μ. Χάιντεγκερ και φυσικά του νατσισμού με τη «Δύση», προδίδει την ασχετοσύνη αλλά και την επιπολαιότητα με την οποία αποφαίνεται ο Γ. Σκαμπαρδώνης για ζητήματα των οποίων το μέγεθος και την πολυπλοκότητά τους δεν μπορεί καν να υποψιασθεί. Πρόκειται για ασυδοσία και αυθαιρεσία απόρροια μιας επαρχιώτικης κουλτούρας ημιμόρφωσης, η οποία ευδοκιμεί σε ένα περιβάλλον θράσους και επιπολαιότητας.

Ως παρένθεση να σημειώσουμε ότι αυτή η φλυαρία γύρω από τη λεγόμενη «καθ΄ ημάς Ανατολή», η οποία εμφανίζεται δυναμικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 στο πλαίσιο του λεγόμενου «νεορθόδοξου ρεύματος» οφείλει πάρα πολλά στην επιρροή της σκέψης του Μάρτιν Χάιντεγκερ επί του νεορθόδοξου αναθεμελιωτισμού του Χρήστου Γιανναρά.

Η «νεορθόδοξη» κριτική του Χρήστου Γιανναρά στο δυτικό πολιτισμό έχει τις ρίζες της στην όποια πρόσληψη από τον έλληνα χριστιανό αναθεμελιωτή πλευρών της σκέψης του Γερμανού φιλοσόφου. Το γεγονός ότι το όνομα του Μ. Χάιντεγκερ εξαφανίζεται ακόμη και από τη βιβλιογραφία έργων του Έλληνα νεορθοδόξου μετά τις έρευνες του Βίκτορ Φαρίας για τη σχέση του Μ. Χάιντεγκερ με τον νατσισμό είναι μια πραγματικότητα που δείχνει τον οδυνηρό τρόπο με τον οποίο επέδρασε αυτή η ανακάλυψη για τη ζωή του φιλοσόφου σε εκείνους που αναζήτησαν «τροφή» και «συγγένειες» στην σκέψη του.

Αλλά με την νεορθοδοξία και τον Χρ. Γιανναρά επανέκαμψε εκείνη η υπερφίαλη έπαρση σε ένα τμήμα της συντηρητικής και εθνικιστικής ελληνικής διανόησης, η οποία άρχισε να ομιλεί με όρους «οικουμενικούς». Ο Γ. Σκαμπαρδώνης δεν αναπαράγει τα φληναφήματα περί ιδιαιτερότητας της Ορθοδοξίας-Ελληνισμού τα οποία εισήγαγαν σε διάφορες εκδοχές οι «νεορθόδοξοι» (ο πρώιμος Στ. Ράμφος, ο κομμουνιστής Κ. Μοσκώφ, ο γραφικός Κ. Ζουράρις και φυσικά ο Χρ. Γιανναράς), αλλά τα προτείνει και ως «λύση» για το πρόβλημα της Ευρώπης.

Ένα από τα αγαπημένα ερωτήματα του Χρ. Γιανναρά είναι για το είδος της πρότασης πολιτισμού που κομίζουμε οι Έλληνες στο σύγχρονο κόσμο. Στον Γ. Σκαμπαρδώνη η πρόταση αυτή διατυπώνεται στη βάση ενός λόγου συναρμολογημένου με μια πλειάδα στερεοτύπων και κοινοτοπιών: «Είμαστε διαφορετικοί λαοί, με άλλες καταβολές, μυθολογία, κλίμα και ιδιοσυγκρασία. Λέγοντάς το απλουστευτικά και λίγο βάναυσα, θα υποστήριζε κανείς πως για να επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συγκεράσει τις δύο όψεις της ζωής: μπότα και σαγιονάρα».

Ο μανιχαϊσμός του αφελούς: η σύγχρονη ευρωπαϊκή ζωή βρίσκεται μπροστά στο φοβερό και τρομερό ενδεχόμενο του συγκερασμού δύο αντιλήψεων για το ζωή, εκείνης των Γερμανών – όπως φυσικά την έχει στο μυαλουδάκι του ο Γ. Σκαμπαρδώνης – και εκείνης των Ελλήνων –πάλι όπως την φαντάζεται το μυαλουδάκι του αρθρογράφου – και αυτή η σύνθεση δεν είναι τίποτε άλλο από την μπότα, σύμβολο του γερμανικού τρόπου ζωής και τη σαγιονάρα σύμβολο του ελληνικού τρόπου ζωής.

Έτσι από τον Άντολφ Χίτλερ καταλήγουμε στο «οικονομικό προβάδισμα», το οποίο δημιουργεί η «γερμανική άποψη», έναντι της ελληνικής , «λόγω υποταγής του πληθυσμού, ενώ εμείς διαπρέπουμε μόνο μέσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά σε ατομικό επίπεδο, με όλα τα γνωστά παρατράγουδα».

Άρτσι μπούρτσι και ο λουλάς…

Αυτή η γραφή είναι διαλυτική: δεν αντέχει στην κριτική και δεν μπορεί να διατυπωθεί ένας ουσιαστικός αντίλογος εναντίον της διότι εδώ η σύγχυσή του λόγου είναι πλήρης - δεν ανταποκρίνεται στους στοιχειώδεις κανόνες της λογικής. Και δεν πρόκειται για μεμονωμένο σύμπτωμα. Εδώ και μια εικοσαετία, τουλάχιστον, το δημόσιο λόγο λυμαίνονται διάφοροι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, οι οποίοι, μέσα στις ιδεοληψίες , την έπαρση και την ιδιοτέλειά τους, αδυνατούν να αντιληφθούν την καταστροφή την οποία επιφέρουν. Δεν είναι δυνατόν να γράφονται τέτοια κείμενα και να περνούν απαρατήρητα.

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τα επάλληλα στρώματα μιας πολιτικοκοινωνικής συνείδησης ακαλλιέργητης, επιδερμικής και ευκαιριακής. Η γλώσσα καταδεικνύει όλα αυτά τα επιστρώματα της επιφανειακής «μόρφωσης». Έτσι, από την «καθ΄ ημάς Ανατολή», το δίπολο «προβατοποιήσεως» και «μπαχαλοποίησης», καταλήγουμε στη «σύνθεση»: «Η μία εκδοχή χρειάζεται την άλλη, ώστε να υπάρξει ένα είδος ισορροπίας με ανθρώπινο πρόσωπο: πειθαρχία μεν αλλά και διαρκής αμφισβήτησή της, ώστε να μη φτάσουμε σε νέα μπαγλαρώματα».

Μετά το «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» μας προκύπτει τώρα η «ισορροπία με ανθρώπινο πρόσωπο», για να μη φτάσουμε σε νέα «μπαγλαρώματα»!

Το δυστύχημα για εμάς τους Έλληνες είναι ότι η «τρόικα», «θρεμμένη με τη δυτική εκδοχή, δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό και μας ζορίζει»!

Και τι δεν μπορεί να κατανοήσει η δυτικοθρεμμένη τρόικα; «Πιστεύει, όπως και μερικοί Έλληνες πολιτικοί, ότι είναι ζήτημα θεσμών και επιβολής. Αλλά, όπως και να το κάνουν, ποτέ ο Έλληνας δεν θα βγάλει ξανθές γερμανικές τρίχες, δεν θα υπολογίζει τις διακοπές του από τα Χριστούγεννα, δεν θα δέχεται αδιαμαρτύρητα ό,τι λέει το γερμανικό ραδιόφωνο, δεν θα ψάχνει δύο ώρες τα βενζινάδικα να δει ποιο έχει φθηνότερη την αμόλυβδη, δεν θα υποτάσσεται ασυζητητί στην οποιαδήποτε πολιτική παπαρολογία του κάθε υψίφωνου παλαβού».

Ο Γ. Σκαμπαρδώνης καταλήγει και στην πολιτική του «πρόταση» για έξοδο από την κρίση: «Τώρα, λοιπόν, για ένα διάστημα, μάλλον χρειαζόμαστε έναν συνδυασμό των δύο απόψεών ζωής: μια γερμανοελληνική ή ελληνογερμανική φόρμουλα. Μέχρι να επιστρέψουμε στα καθ΄ ημάς και να ξαναρχίσουμε τα ίδια, το παλιό βιολί, κι εμείς και εκείνοι».

Ίσως θα έπρεπε να αναζητήσουμε περισσότερο τους λόγους της κατάντιας της χώρας σε αυτού του είδους την χοντροκομμένη διανοητική χυδαιότητα, παρά στην πολιτική.

Υποτίθεται ότι ο Γ. Σκαμπαρδώνης είναι επώνυμος διανοούμενος της Θεσσαλονίκης και της χώρας. Οι απόψεις του φιλοξενούνται εδώ και χρόνια σε καθημερινές επιφυλλίδες στα τοπικά φύλλα, αθηναϊκά έντυπα φιλοξενούν συνεντεύξεις του όπου διατυπώνει τη γνώμη του για διάφορα ζητήματα, λογοτεχνικά περιοδικά το ίδιο, τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης επίσης, τα θέατρα ανεβάζουν διάφορα έργα του. Η δημόσια εικόνα του συγκεκριμένου γνωμηγήτορα ενισχύεται διαρκώς μέσα από ποικίλους διαύλους σχέσεων και δημόσιας εργασίας: κάτι τέτοιο δεν είναι μεμπτό - εκείνο το οποίο προκαλεί την περιέργεια είναι η ασυλία την οποία έχουν παρόμοιες «απόψεις» στο δημόσιο χώρο της πόλης και της χώρας.

Η περίπτωση του Γ. Σκαμπαρδώνη είναι ενδεικτική, αλλά δεν είναι η μοναδική. Είναι προφανές ότι οι κοινοτοπίες και τα στερεότυπα δεν μπορεί να είναι βάση για την όποια δημόσια συζήτηση γύρω από προβλήματα που ταλανίζουν την καθημερινότητα και το μέλλον μας. Αλλά η αποσιώπηση και το κούρνιασμα στα τετριμμένα, η επιτηδευμένη αποφυγή των αγκαθιών – και ένας τέτοιος λόγος ακαλλιέργητος και α-νόητος είναι ένα αγκάθι που δε θέλει κανείς να κατονομάσει δημοσίως – δεν μπορεί να συνεχιστεί επ΄ άπειρον. Χρειαζόμαστε επειγόντως μια εποικοδομητική κουλτούρα συγκρούσεων, αν θέλουμε να βρούμε απαντήσεις και να καταλήξουμε σε συνθέσεις ουσιαστικές για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε.

Ένα πρώτο βήμα είναι η καταγραφή του βασικότερου προβλήματος: Δεν χρειάζεται να μιλάμε όλοι για όλα και περισσότερο για ζητήματα τα οποία δεν γνωρίζουμε. Αυτοί οι αυτοσχεδιασμοί του κ. Σκαμπαρδώνη παρατηρούνται σε διάφορους ιδεοληπτικούς οι οποίοι σχηματίζουν τα δικά τους «συστήματα» και ερμηνεύουν έπειτα τον κόσμο. Τούτο δημιουργεί μια σχετική ασφάλεια στο υποκείμενο που βάλλεται πανταχόθεν και αναζητά σημείο στήριξης, αλλά δε σημαίνει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και αντιμετωπίζουμε.

Δεν αρκεί κανείς να παραθέτει από τον «γνωστό Χάιντεργκερ», ο οποίος αποδεικνύεται ότι δεν είναι και τόσο γνωστός στον αρθρογράφο και σχεδόν καθόλου γνωστός στο αναγνωστικό κοινό, ένα απόσπασμα, το οποίο δεν έχει και καμία σχέση με τα όσα ακολουθούν για να αραδιάσει ορισμένα «επιχειρήματα» συζητήσεων καφενείου.

Οι δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων θα απαιτούσε μια πιο σώφρονα αντιμετώπιση της πραγματικότητας από έναν διανοούμενο και όχι αυτή την ξεφτισμένη έπαρση επαρχιώτη, ο οποίος θεωρεί ότι μπορεί να ομιλεί επί παντός επιστητού … ποιητική αδεία.

Πριν κλείσουμε δύο πιο συγκεκριμένες παρατηρήσεις.

Η πρώτη αφορά την αναφορά που κάνει και ο Γ. Σκαμπαρδώνης στην περίοδο της μεταπολίτευσης: «αν και το κακό, με τη μεταπολίτευση, έχει παραγίνει, και φτάσαμε στην Ύβριν, που κι αυτήν εμείς οι Έλληνες την επινοήσαμε, οπότε πώς να μην την καλλιεργούμε κιόλας;».

Αυτά περί επινόησης της Ύβρεως κλ.π., εντάσσονται στην εθνική σχιζοφρένεια της Συνέχειας, αλλά δεν είναι το θέμα μας. Ο Γ. Σκαμπαρδώνης επαναλαμβάνει εδώ κάτι που συναντάμε πολύ συχνά στο δημόσιο λόγο, γραπτό και προφορικό, τον εντοπισμό δηλαδή της απαρχής του προβλήματος που αντιμετωπίζουμε στην περίοδο της μεταπολιτεύσεως.

Όσο αθώο και αν φαίνεται κάτι τέτοιο, αυτή η διαρκής αναφορά υποκρύπτει έναν σοβαρότατο κίνδυνο, αυτόν της ταύτισης της δημοκρατίας με τη διαφθορά. Η πτώση της δικτατορίας μετατρέπεται σε ένα ορόσημο, όχι της μετάβασης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά της έναρξης ενός καθεστώτος διαφθοράς. Η δικτατορία αναγορεύεται εμμέσως αλλά με εξαιρετική σαφήνεια ως η τελευταία φάση της «αθωότητας» των Ελλήνων. 

Η πτώση της δικτατορίας μετατρέπεται σε πτώση σε ένα καθεστώς διαφθοράς. Αν παραβλέψουμε το ιστορικό γεγονός ότι η δικτατορία υπήρξε ένα σαθρό και διεφθαρμένο καθεστώς (υπόθεση Μπαλόπουλου, πλήρης ποδοσφαιροποίηση της κοινωνικής ζωής, εγκατάλειψη της δημόσιας παιδείας κλπ), παραβλέπουμε και το γεγονός ότι οι ρίζες των σημερινών προβλημάτων της χώρας ανάγονται στον τρόπο εκβιομηχάνισης και συγκρότησης της ελληνικής οικονομίας τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια στις συνθήκες της εξάρτησης, αλλά και την προνομιακή, υπό κάποια έννοια, μεταχείριση της χώρας εξ αιτίας της σημασίας της στο πλαίσιο της διάκρισης των δύο πολιτικοκοινωνικών συστημάτων.

Η διαφθορά ήταν συνυφασμένη με το μετεμφυλιακό καθεστώς (ο χρηματισμός των συνδικαλιστών για παράδειγμα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα).

Το δεύτερο στοιχείο είναι η λογική των στερεοτύπων. Από την έρευνα γύρω από τα διάφορα στερεότυπα που αφορούν λαούς γνωρίζουμε ότι τα στερεότυπα αλλάζουν. Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τα στερεότυπα ενός λαού για τον άλλον στο διάβα του χρόνου, αλλά και του ίδιου λαού για τα διάφορα τμήματά του: πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «αφελείς» Ποντίους, «πονηρούς» Βλάχους κ.ο.κ. – τα στερεότυπα για τους Γερμανούς δεν ήταν πάντα τα ίδια (μια ματιά στα κείμενα του Τάκιτου πείθει ότι για τους Ρωμαίους οι Γερμανοί της εποχής του ήταν ότι είναι οι Έλληνες σήμερα για τους Γερμανούς).

Στη δεκαετία του 1960, όταν και στη χώρα μας εμφανίστηκε το φαινόμενο της λεγόμενη ποπ-μουσικής ένα από τα βασικό «επιχειρήματα» διαφόρων παραγόντων της δημοσιότητας, ηθοποιών, δημοσιογράφων κλ.π. ήταν ότι ο « Έλληνας δεν γίνεται γιεγιές». Μάλιστα, μερικοί συντηρητικοί δημοσιογράφοι θεωρούσαν ότι οι Έλληνες έχουν αίσθηση του γελοίου για αυτό η μόδα των γιεγιέδων δεν θα είχε μέλλον. Αλλά τα κοινωνικά ρεύματα και τα κοινωνικό φαινόμενα δεν ανακόπτονται από τα στερεότυπα που επικρατούν. Σήμερα γνωρίζουμε ότι μεγάλο μέρος της σύγχρονης μουσικής εμπορικής κουλτούρας έχει τις ρίζες της σε εκείνη ακριβώς την εποχή της πρώιμης ελληνικής «ροκ σκηνής».

Στο περιοδικό «Τάμαριξ» που εξέδιδε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, για λογαριασμό του Οργανισμού Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσας της Ευρώπης (ναι ο γνωστός οργανισμός υπό την εποπτεία του τότε υπουργού Πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου) είχε αφιερώσει ένα τεύχος στα sixties και τη νεολαία τους. Και εκεί, όμως, επέδειξε την ίδια στάση, μιλούσε ισοπεδωτικά για ένα φαινόμενο το οποίο δεν κατανοούσε, αλλά αγνοούσε και το γεγονός ότι γύρω από παρόμοια φαινόμενα υπάρχει ειδικός κλάδος σπουδών - οι πολιτιστικές σπουδές.

Σε παρόμοιες περιπτώσεις θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για διανοητική αυθάδεια. Προτιμούμε να μιλήσουμε για τον επαρχιωτισμό και τις φοβίες εκείνου που θέλει να είναι στους πρώτους του χωριού και φροντίζει με τους ομοίους του να φράζει κάθε ρωγμή που επιφέρει η δημόσια κριτική στην ευτελή εξουσία του. Αλλά, ως γνωστόν, για κάθε τι που δεν μπορεί κανείς να μιλήσει είναι καλύτερα να σωπαίνει - για να παραφράσουμε και τον αυστριακό φιλόσοφο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου