Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή (Τρίτο μέρος)

Ξένοι και εγχώριοι τυχοδιώκτες στα τέλη της δεκαετίας του 1920 αναζητούν το νέο Ελντοράντο στην περιοχή του Κιλκίς


Γράφει ο Θανάσης Βαφειάδης
Αγρ. Τοπογράφος μηχ – πολεοδόμος
Μια ακόμη στιγμή εθνικής υπερηφάνειας έζησε ο ελληνικός λαός στις αρχές του παρελθόντος Οκτωβρίου, όταν ο τέως πρωθυπουργός, με το γνωστό απλανές βλέμμα και τα ακατάληπτα ελληνικά του, ανακοίνωνε τη συμφωνία επένδυσης του Κατάρ στα μεταλλεία χρυσού της Χαλκιδικής. Το γιατί θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε δεν έγινε απολύτως αντιληπτό αλλά αυτός ο μελαμψός εμίρης, λιγότερο μαυριδερός πάντως από τη μαύρη απελπισία που διακατέχει τον ελληνικό λαό, θα αποτελούσε τη σωτηρία μας, όπως διαβεβαίωνε ο πρωθυπουργός.  
Το πρωθυπουργικό διάγγελμα δημιούργησε μια διάχυτη αίσθηση απορίας. Απορημένοι αλληλοκοιτάζονταν οι παρευρισκόμενοι δημοσιογράφοι, προσπαθώντας να κατανοήσουν γιατί θριαμβολογούσε ο πρωθυπουργός αφού από αυτό το fast track το ελληνικό δημόσιο δεν επρόκειτο να εισπράξει δεκάρα τσακιστή. Απορημένος κι ο σεΐχης κοίταζε τον επίσης απορημένο μεταφραστή του, που αδυνατούσε να ερμηνεύσει τα όσα είχαν ψελλίσει προηγουμένως τα πρωθυπουργικά χείλη. Η μεγαλύτερη απορία του βεβαίως πήγαζε από την απίστευτη ευκολία με την οποία απέκτησε τη γη της Χαλκιδικής, τη γη που σε λίγο θα καταβρόχθιζε με την ίδια άνεση που καταπίνει ένα χουρμά σαν αυτούς που αφθονούν στην εξωτική του χώρα. Απορημένοι και εμείς, κοιτάζαμε τον Άραβα Μίδα, που το άγγιγμά του θα μετέτρεπε με τις ευλογίες της κυβέρνησης την πανέμορφη γη της Χαλκιδικής σε έρημο παρόμοια με αυτές της αραβικής χερσονήσου.
Αναμένοντας τους χρυσοκάνθαρους, που μετά την Χαλκιδική θα ερημώσουν και το Κιλκίς, ας δούμε τους χρυσοθήρες του παρελθόντος που πέρασαν από την περιοχή μας. Το πέρασμα τους αποδείχτηκε τότε, ευτυχώς, μια ιστορία για γέλια και όχι για κλάματα όπως σήμερα. Γιατί οι εταιρείες χρυσού που θα έλθουν, μόνο ποταμούς δακρύων μας υπόσχονται. Δάκρυα για την ανεπανόρθωτη καταστροφή του περιβάλλοντος και θλίψη για τους συμπολίτες μας, που αφού τους στέρησαν δουλειά και αξιοπρέπεια, θα τους καταντήσουν τυφλοπόντικες των ορυχείων. Και τα πιο πικρά δάκρυα θα είναι για την αφέλεια μας να εμπιστευθούμε ανθρώπους ανάξιους να υπερασπισθούν το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, ανθρώπους που είναι πάντα πρόθυμοι να συνταχθούν με αλλότρια συμφέροντα, ανθρώπους που αποδεικνύονται ανίκανοι για όλα τα άλλα αλλά ικανοί να χρυσώνουν το χάπι της καταστροφής μας.
Ας επανέλθουμε όμως στην ανασκόπηση της ιστορίας του χρυσού του Κιλκίς. Αν μη τι άλλο η αναζήτηση ψηγμάτων ιστορίας είναι χρήσιμη και όχι επιζήμια όπως η αναζήτηση των ψηγμάτων χρυσού.

Το ανύπαρκτο Ελ Ντοράντο
Το 1927 ο Κασβίνσκι, στον οποίο αναφερθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο, ήρθε σε επαφή με τον Άγγλο κεφαλαιούχο Μπένετ, ιδιοκτήτη γνωστής εταιρείας η οποία διεκδικούσε τότε τη μισή Μακεδονία και Θράκη σαν τσιφλίκι του Αβδούλ Χαμίτ. Ο Μπένετ πίστεψε τα λεγόμενα του Κασβίνσκι και ανέλαβε να χρηματοδοτήσει την επιχείρηση, κατορθώνοντας μάλιστα να εμπλέξει στην υπόθεση και μια μεγάλη ελληνική τράπεζα.
Τι συνέβη στη συνέχεια μας αποκαλύπτει σχετικό δημοσίευμα των ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΝΕΩΝ της 14-10-1931:
«Εργαλεία λοιπόν άφθονα, ακόμη και γραμμαί Ντεκοβίλ, εκομίσθησαν εις την περιφέρειαν Κιλκίς, συνεργεία κατηρτίσθησαν, σκηναί εστήθησαν και αι εργασίαι ήρχισαν δραστηρίως και μυστικώς υπό την αυτοπρόσωπον διεύθυνσιν του κ. Καλβίνσκυ. Οι μήνες παρήρχοντο, η γη ανεσκάπτετο, εκατοντάδες χιλιάδων δραχμών εδαπανώντο, πλην όμως αι χρυσοφόραι στοαί δεν ανεκαλύπτοντο!»
Ο Κασβίνσκι που αρχικά ισχυριζόταν ότι ο ίδιος, πριν 40 χρόνια, είχε εργασθεί στις χρυσοφόρες στοές αναγκάσθηκε επιτέλους να ομολογήσει την αλήθεια: στις στοές εργάζονταν Βούλγαροι του Μεταξοχωρίου, οι οποίοι, με την απειλή θανάτου, του απαγόρευσαν να τους παρακολουθεί. Μόνο μια νύχτα, όπως είπε, του έδεσαν τα μάτια και τον οδήγησαν σε μια στοά, όπου είδε πράγματι άφθονα κουάρτς χρυσού. Ύστερα από την ομολογία αυτή ο γηραιός ερασιτέχνης μεταλλειολόγος πρότεινε στον Άγγλο επενδυτή να προσπαθήσουν να ανακαλύψουν το μέρος της Βουλγαρίας όπου είχαν καταφύγει οι παλιοί κάτοικοι του Μεταξοχωρίου και να τους φέρουν κρυφά στο παλιό χωριό τους, για να τους υποδείξουν την ακριβή θέση των στοών. Αλλά ούτε ο Μπένετ, ούτε η τράπεζα φάνηκαν διατεθειμένοι να παρατείνουν τη δαπανηρή αυτή προσπάθεια και τη συνέχιση της παχυλής μισθοδοσίας του Κασβίνσκι. Έτσι η εταιρεία διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη.

Τα κορόιδα δεν τελειώνουν ποτέ
Ο Κασβίνσι μετά την αποχώρηση των συνεταίρων του δεν απελπίστηκε ούτε παραιτήθηκε των προσπαθειών του. Πώς να παραιτηθεί άλλωστε από κάτι που του είχε γίνει ψύχωση και κυρίως επάγγελμα και μάλιστα προσοδοφόρο;
Οι νέοι συνεταίροι δεν άργησαν να ανακαλυφθούν. Ήταν η Δώρα ή Λόλα Συνδίκα, ο Ιταλός εργολάβος Μπερνασκόνι και κάποιοι άλλοι που παρέμεναν στην αφάνεια αλλά συμμετείχαν στα έξοδα, ευελπιστώντας να συμμετάσχουν αργότερα και στη διανομή του χρυσού. Πως τους έπεισε ο Κασβίνσκι περιγράφεται στο άρθρο που προαναφέραμε:
«Έχει τόσην πειστικότητα ο κ. Καλβίνσκυ περιγράφων τους θησαυρούς που περικλείει το υπέδαφος του ταπεινού χωρίου Μουτουλόβου ώστε κανείς δεν ημπορεί ν’ αντιστή εις τον πειρασμόν να γίνη … πολυεκατομμυριούχος. Άλλωστε επιδεικνύει και … δείγματα χρυσού ο κ. Καλβίνσκυ εις το γραφείον του, τόσα δα κομματάκια «κουάρτς» εντός των οποίων χρυσίζουν χονδρές αι φλέβες του χρυσού».
Η νέα εταιρεία στήθηκε σε χρόνο dt. Η Δώρα ή Λόλα Συνδίκα μετέβη στην Αθήνα και υπέβαλε αίτηση στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας να της παραχωρηθεί άδεια ερευνών για το χρυσό του Κιλκίς, από τον οποίο ορισμένα ποσοστά θα κατακρατούσε το δημόσιο. Ταυτόχρονα έγινε έρευνα στη Βουλγαρία και διαπιστώθηκε ότι οι παλιοί κάτοικοι του Μεταξοχωρίου είχαν εγκατασταθεί στα περίχωρα της Φιλιππούπολης. Ανάμεσά τους όμως δεν βρισκόταν εν ζωή κάποιο από τα μέλη της οικογένειας Κοβάτσεφ, η οποία σύμφωνα με την παράδοση είχε καλύψει και αποκρύψει τις χρυσοφόρες στοές. Έτσι οι εκπρόσωποι της εταιρείας απευθύνθηκαν στη συγγενική οικογένεια των Ουσταλίκωφ. Πολύ σύντομα ήρθε στην Ελλάδα με έξοδα της εταιρείας ο Γιοβάν Ουσταλίκωφ, ο οποίος τέθηκε στη διάθεσή της, αφού προηγουμένως διασφάλισε με συμβολαιογραφική πράξη μερίδιο από τα μελλοντικά κέρδη.
Έτσι άρχισαν ξανά οι ανασκαφές. Από τις πρώτες όμως μέρες αποδείχτηκε ότι ο Γιοβάν Ουσταλίκωφ δε γνώριζε και πολλά πράγματα. Για την ακρίβεια το μόνο που είχε στα χέρια του ήταν ένα σχεδιάγραμμα με μολύβι, που είχε συντάξει ένας συγγενής του Κοβάτσεφ. Με αυτό το σκαρίφημα προσπαθούσε να εντοπίσει μεταξύ των χωριών Μεταξοχώρι, Πεύκη και Κοίλωμα τη θέση «Τσακίλα», όπου βρίσκονταν οι χρυσοφόρες στοές, καταχωνιασμένες σε μια πλαγιά και κρυμμένες μέσα σε λόχμες.
Ο επιθεωρητής μεταλλειολόγος Αριστ. Τσάκωνας, που ήταν εντεταλμένος από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας να παρακολουθεί τις έρευνες, επανειλημμένως μετέβη επιτόπου και διαπίστωσε ότι οι εργασίες, παρά τη τεράστια χρηματική δαπάνη, παρέμεναν άκαρπες.
Στο μεταξύ η προθεσμία που είχε δοθεί από το υπουργείο εξέπνευσε, δόθηκε παράταση, ξαναδόθηκε παράταση, αλλά το ορυχείο χρυσού παρέμενε άφαντο. Στο τέλος ο Τσάκωνας ανέφερε στο υπουργείο ότι η υπόθεση στερούνταν σοβαρότητας και έτσι δεν δόθηκε πλέον καμία παράταση για τη συνέχιση των ερευνών.
Η Δώρα ή Λόλα Συνδίκα και οι συνέταιροι της έμειναν άνευ χρυσού αλλά τους έμεινε αμανάτι ο Ουσταλίκωφ, που όλο αυτό το διάστημα περνούσε ζωή και κότα χάρη στους αφελείς ευεργέτες του που σαν ζαλισμένα κοτόπουλα αναζητούσαν επί ματαίω το χρυσό του Κιλκίς.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου