Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

Η δεύτερη μνήμη μου, απ' τον Ντίκενς



Του Φώτη Μισόπουλου
.....σ' αυτούς που ήμουνα- σ' αυτούς που δεν θα υπάρχω
Ο χλωμός ήλιος που λάμπει είναι γύψος πάνω στις πέτρες
JEAN TARDIEU[1]

......την εύρωστη πράσινη χαρά του ουρανού- ανάβει- ανακάμπτει το φεγγάρι γιατί το ίδιο το φως θυμάται ''Το αίμα κυκλοφορεί τώρα'', είπα ήσυχα, ''κυκλοφορεί''- το τέλος της στεριάς κι αρχή του ωκεανού Η γη η άκρη της θάλασσας Ακόμη, το ποτάμι μέσα μας η θάλασσα γύρω Σ' αυτήν τη γεμάτη πραγματικότητες κατοικία που την έλεγαν Πέτρινο Σπίτι- οδηγούσε τα βήματά μου ο κύριος Γκραντγκράιντ [2]- κεραυνός και φθινόπωρο στα πρόσωπα, ο άνεμος που πίνει τον άνεμο καθώς αναδεύει- δεν ήταν κραυγή έκπληξης, όπως τότε που αντάλλαξα το χέρι μου με το δικό της, δεν υπήρξε ούτε ρίγος ούτε σπασμός στον ώμο- το πρώτο σύνορο και το τελευταίο ο ανοιχτός δρόμος τού Εμπαρκαντέρο που δεν οδηγεί πουθενά- Τι λέει το νερό στην ακτή όπου ξόδεψα τον περισσότερο καιρό του χωρισμού μου απ' τον πολιτισμό μέσα κι έξω απ' τα στέκια του Λιμανιού [3] Είχε ολότελα αποτραβηχτεί από το χοντρικό εμπόριο ειδών κιγκαλερίας πριν χτίσει το Πέτρινο σπίτι σ' ένα λιβάδι λίγα μίλια έξω απ' την πόλη Μετακινήστε τα φύλλα και την πράσινη βροχή- η κοιλιά, ο απολιθωμένος κήπος- καταπράσινοι εφηβικοί ουρανοί, το σώμα δίνει το ποσό της αγάπης του, μεταξύ μετάβασης και διαμονής [Παύση] Πότε είχε αρχίσει να κυκλοφορεί το αίμα στο δικό μου σώμα; Δεν υπήρχε πιο δραματικό στη συνειδητο-ποίηση ότι ανάμεσα στον ώμο μου και στο χέρι της κυκλοφορούσε το αίμα Το δικό μας- Το Μότορσιπ Γκόι φαίνεται καθαρά πέρα απ' την αποβάθρα όπου τηλεφώνησα να πω ότι μπαρκάρω με το ιστιοφόρο Μπαλακλούθα [4] Μια μεγάλη πολιτεία που τη λέγαν Κοκτάουν- σύμφωνα με τον σημερινό οδηγό- το Πέτρινο Σπίτι απόλυτα συμμετρικό σαν σχήμα στην επιφάνεια του τοπίου Τίποτε δε σκίαζε και δε χαμήλωνε τον τόνο της αδιάλλακτης αυτής πραγματικότητας Μεταξύ της αναχώρησης και της αμφιβολίας, προσκολλημένοι στη διαφάνεια της ημέρας- στο κυκλικό απόγεμα που είναι η εξαπάτηση, η ακίνητη κίνηση όταν λικνίζεται ο κόσμος. Όλα είναι ορατά και αόριστα. Κοντινά. Και άθικτα [5].
Tο καθαρό αίμα της γυναίκας, αυτή τη στιγμή, έτρεχε στις δικές μου φλέβες- δε θα ήταν όμως δυσάρεστο για την ίδια όταν θα της επέστρεφα τον βραχίονα, το γεγονός ότι κυκλοφορούσε μέσα σ' αυτόν ένα φασματικό θέατρο αντανακλάσεων; Τι θα γινόταν αν δεν θα μπορούσε να προσαρμοστεί στον δικό της ώμο;- ''όχι τέτοια προδοσία'', μουρμούρισα- ''όλα θα πάνε καλά'', ψιθύρισε το χέρι- οι άνθρωποι υπήρχαν μέσα σε όνειρα και δεν υπήρχαν- ατέλειωτα στιλπνοί- ή ομίχλη σηκώνει τον ήλιο ο ήλιος λαμπαδιάζει ανάμεσα στα γυαλιστερά ατμόπλοια που φαίνονται καθαρά περιγράμματα, στα ποιήματα που έγραψα κάποτε στην κορφή μιας στέγης 20 χρόνια πριν στη Βόρεια Ακτή Ένα μεγάλο τετράγωνο σπίτι με βαριά θολωτή είσοδο που σκοτείνιαζε τα κύρια παράθυρα, όπως τα βαριά φρύδια του ιδιοκτήτη σκοτείνιαζαν τα μάτια του Ένα σπίτι υπολογισμένο μετρημένο ζυγιασμένο και δοκιμασμένο. Τα χαρτιά το βιβλίο το ποτήρι το μολύβι στηρίζονται στη σκιά των ονομάτων τους Χτυπάω το χρόνο που επαναλαμβάνεται στο Ναό μου στην ίδια επίμονη συλλαβή αίματος, το φως καθιστά τον τοίχο αδιάφορο- στο κέντρο ενός ματιού ανακαλύπτω τον εαυτό μου Δεν με κοιτάζει, με κοιτάζει στα μάτια του Το αριστερό μου χέρι έκλεινε το δεξιό της ώμο, και ο ίδιος ο ώμος, δικός μου τώρα, θεωρούσαν αυτό το γεγονός απόλυτα φυσιολογικό- είχαν συμφιλιωθεί. Αυτή η εξοικείωση με βύθισε στον ύπνο. Ο Τελευταίος των Μοϊκανών τυλίγει την πετονιά του Στο τέλος της μια σειρά χάντρες που χάνονται στο φορτίο για το νησί του Μανχάτταν Η Μηχανή Του Τρένου με τους Ιμάντες πιο πέρα απ' το καφέ Ήγκλ- Τελευταίο από τα Κινδυνεύοντα Είδη- το Μπαλακλούθα απομακρύνεται, η παλίρροια στο απόγειο, όπως τα Μάτια Του Γαλάζιου Σκύλου [6] Η πέργκολα ο κήπος η δεντροστοιχία όλα ταχτοποιημένα σαν βιβλίο βοτανικής λογιστικής- το γκάζι κι ο αερισμός, οι αποχετεύσεις κι οι υδραυλικές εγκαταστάσεις, τα πάντα πρώτης ποιότητος Έξη παράθυρα απ' τη μεριά μας, βουβά.
Η στιγμή εξαφανίζεται Χωρίς κίνηση Μένω και πάω: Είμαι η παύση Καταιγίδες δίχως άνεμο μιλώντας σιωπή[7]- φθινόπωρο στο ξέφωτο όπου το φως τραγουδά στους ώμους των δέντρων κι όλα τα φύλλα είναι πουλιά Κοιμήθηκα Επέπλεα σε μεγάλα κύματα η ομίχλη περιέβαλλε την υγρή μοναξιά του δωματίου- που δεν υπήρχε πια, μου φάνηκε ότι τα δάχτυλά της κρατούσαν στήμονες από μανόλιες, θα με αφήσουν ελεύθερο; θα με αφήσουν να υπάρξω βάρβαρος ή περιπλανώμενος κοιτάζοντας το είδωλό μου στο τζάμι;
Σε ποιον ανήκει αυτός ο παράξενος κόσμος που είμαι εγώ; Οι Γλάροι κοιμούνται πίσω από αυτοσχέδια πορτρέτα του Άντον Τσέχωβ.
Πρώτης ποιότητας σιδερένια δεσίματα και τραβέρσες, αλεξίπυρα, από τη στέγη ως τα θεμέλια- μηχανικοί ανυψωτήρες για τις υπηρέτριες, καθετί που θα μπορούσε να λαχταρήσει η καρδιά του ανθρώπου. Ένα κομμάτι κάρβουνο σπασμένες κιμωλίες και το μολύβι κόκκινο, σχεδιάστε το όνομά σας- το όνομα του στόματος το σημάδι των ποδιών στον τοίχο κανενός- στην απαγορευμένη πόρτα χαράξτε το όνομα του σώματός σας μέχρι το ξυράφι τους / αίμα / Ο τοίχος αναπνέει σαν στήθος, παντού ψεύτικα φώτα ζωγραφισμένα σε κλειστά βλέφαρα Γυμνά τα πόδια μες στη νύχτα. Γυμνά τα πόδια μες στη μέρα. Ω, πόλη που πετάς με τις μεγάλες ορθάνοιχτες φτερούγες Τα άσπρα πέταλα δεν είχαν πέσει ακόμα, γιατί υπήρχαν λοιπόν οι στήμονες; Το αυτοκίνητο με τη γυναίκα στα κόκκινα και τις πανύψηλες γόβες γλίστρησε δίπλα μου σχηματίζοντας ένα τεράστιο κύκλο με μένα στο κέντρο- μου φάνηκαν τα πάντα σε συνθηκολόγηση Θα έκλεινα την παράσταση με την εμφάνιση στον αγαπημένο μου ρόλο ως Μίστερ Ουίλιαμ Μπάτον- στην έξτρα μοντέρνα ξεκαρδιστική φαρσοκωμωδία του Ράφτη από το Μπέντφορντ [8] Οι χτύποι άρχισαν να γίνονται σιγανότεροι
Το χέρι της φάνταζε κάτασπρο στο μισοσκόταδο Μ' ένα ουρλιαχτό τρόμου το έσφιξα στην σκιά υπό το βλέμμα των προβολέων.

ΤΕΛΟΣ

ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΦΩΤΟ

[1] Jean Taedieu, H μάσκα, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ τ.33/ 1983
[2] Κάρολος Ντίκενς, Δύσκολα χρόνια, μτφρ. Σοφία Μαυροειδή- Παπαδάκη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2006
[3] Lawrence Ferlinghetti, Μεγάλο Αμερικάνικο Ποίημα Του Λιμανιού, απόδοση: Κώστας Μωρογιάννης, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ο.π.
[4] ο.π.
[5] Οctavio Paz, 6 ποιήματα // Διαδίκτυο
[6] Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες, Μάτια γαλάζιου σκύλου, μτφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας, Νεφέλη 1983
[7] Octavio Paz ο.π.
[8] Κάρολος Ντίκενς ο.π.

https://www.0-100.it/wp-content/uploads/2013/06/000saddle-2-paris-76-newton.jpg

1 σχόλιο:

Η Γνώμη Κιλκίς- Παιονίας διευκρινίζει στους αναγνώστες της ότι θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμα του σχολιασμού και της κριτικής έκφρασης, όταν αυτό φυσικά δεν στοχεύει στην απαξίωση, στην ύβρη και στην προσβολή ατόμων και θεσμών.

Το αναγνωστικό κοινό θα πρέπει να γνωρίζει ότι η Γνώμη, επιδιώκοντας μια υγιή και αμφίδρομη επικοινωνία, δεν δημοσιεύει ανυπόγραφα σχόλια, αλλά ούτε και σχόλια ρατσιστικού, προσβλητικού και υβριστικού περιεχομένου.

Τα ενυπόγραφα άρθρα τέλος, εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας.