Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Οι νάτσηδες και η πολιτική αριστερά σε άτυπη συνομιλία

Γράφει ο Όμηρος Ταχμαζίδης 
Η ονοματοθεσία: Στην περίοδο της χιτλερικής κατοχής, αλλά και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι χιτλερικοί αποκαλούνταν με το γερμανικό προσονείδιό τους: Nazi- νάτσι ή επί το ελληνικότερο νάτσηδες. Το πολιτικό προσονείδιο προέρχονταν από τα αρχικά των πρώτων συνθετικών του χιτλερικού κόμματος: NSDAP (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei – Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα).

Nazi από το nazionalsozialistische, κατ΄ αναλογία των Sozis και των Kommis, των Σοσιαλδημοκρατών και των Κομμουνιστών.

Η ευρεία χρήση του υποκοριστικού στην Βαυαρία στις αρχές της δεκαετίας του 1920 δηλώνει και το γεγονός ότι το νατσιστικό κόμμα είχε γίνει ήδη διακριτό μέσα στην πανσπερμία των υπερσυντηρητικών και ακροεθνικιστικών κομμάτων της περιόδου. Nazi ήταν και το υποκοριστικό του Ignaz- Ιγνατίου, όνομα συνηθισμένο στην πλειονότητα του ρωμαιοκαθολικού πληθυσμού της νότιας Γερμανίας. 


Το πολιτικό προσονείδιο είχε το αντίστοιχό του στην ευρύτερη περιοχή στο υποκοριστικό ενός χριστιανικού ονόματος: το γεγονός δηλώνει επομένως και προσοικείωση του πληθυσμού προς το περιθωριακό, από παγγερμανική σκοπιά ιδωμένο, πολιτικό φαινόμενο. Το νατσιστικό κόμμα ιδρύεται και αναπτύσσεται σε μια περιοχή, όπου η πολιτική και κοινωνική Αριστερά είναι παραλυμένη και ανίσχυρη, σχεδόν απούσα.

Στην Ελλάδα το προσονείδιο νάτσι και νάτσηδες αντικαταστάθηκε με την πάροδο του χρόνου από την αγγλόφωνη εκδοχή του: ναζί, εφόσον το z προφερόμενο στα αγγλικά ή τα αμερικανικά ακούγονταν στους Έλληνες ως καθαρό ζ. Ούτως οι νάτσηδες μετατράπηκαν σε ναζί ή ναζήδες. 

Και οι δύο εκδοχές του προσονειδίου στην ελληνική αφορούσαν ένα και το αυτό φαινόμενο: κάτι ξένο προς την ελληνική κοινωνία – τα διαβόητα Τρία Έψιλον (Εθνική Ένωσις Ελλάς) του μεσοπολέμου στην Θεσσαλονίκη και σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, η ισχυρότερη και πιο πολυάριθμη ακροδεξιά οργάνωση της Ελλάδας φέρει κυρίως τα χαρακτηριστικά του ιταλικού φασισμού και λιγότερο του γερμανικού νατσισμού. 

Ακόμη και ο έντονος αντισημιτισμός τους και η αντισημιτική τους βία ( εμπρησμός του συνοικισμού Κάμπελ κλπ.) δεν έχει καμία σχέση με την αντισημιτική ιδεολογία του νατσισμού: εντάσσεται στις παραδοσιακές μορφές πολιτικού και θρησκευτικού αντισημιτισμού.

Σήμερα αντιμετωπίζουμε μια καθαρή έκφραση του φαινομένου στην ελληνική εκδοχή του: η εκ νέου χρήση του προσονειδίου νάτσηδες θα ταίριαζε απολύτως στην «ελληνικότητα» του φαινομένου – οι Έλληνες χιτλερικοί των ημερών μας δεν είναι ούτε «νεοναζί» ούτε, «ναζί», είναι «νάτσηδες». 

Είναι ένα φαινόμενο γέννημα θρέμμα της εθνικιστικής παραφροσύνης των τελευταίων τριάντα περίπου ετών: σε ένα ελληνικό φαινόμενο ταιριάζει η εξελληνισμένη ονομασία του – νάτσηδες, λοιπόν, ως μια πρώτη κατατόπιση επί των πραγμάτων και της ονοματολογίας τους. Μια πρώτη αντίδραση για την καλύτερη επικοινωνία εκείνων οι οποίοι ενδιαφέρονται για το πολιτικό και κοινωνικό «ξεπάστρεμα» του φαινομένου του νατσισμού για να «ξεβρομίσει πραγματικά ο τόπος».

Το σύστημα: Οι νάτσηδες της Γερμανίας μεταχειρίζονταν μια συγκεκριμένη σύνθετη λέξη για να αποστασιοποιηθούν από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης: Systemzeit – το δημοκρατικό καθεστώς χαρακτηριζόταν με αυτόν τον τρόπο.

 Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην ελληνική περίπτωση της δικτατορίας: μετά το πραξικόπημα των επίορκων ακροδεξιών αξιωματικών του στρατού, το δημοκρατικό πολίτευμα το οποίο κατέλυσαν είχε συνοψισθεί γενικώς στη λέξη «παρελθόν» - η έκφραση «δια λόγους οι οποίοι ανάγονται στο παρελθόν» ήταν ένα διαρκές «επιχείρημα» στα χείλη των καθεστωτικών και των συνεργατών τους, όταν ήθελαν να αποδώσουν κάτι αρνητικό στην δημοκρατία την οποία κατέλυσαν. 

Η προκατανόηση είναι σαφής: από τη μια το «σαθρό» «παρελθόν», από την άλλη η νέα εκκίνηση της «επανάστασης»: Η δημοκρατία ήταν η «σήψη», η δικτατορία η «ανανέωση»: ένα από τα επιχειρήματα των νάτσηδων του Α. Χίτλερ απέναντι στους μαρξιστές (σοσιαλδημοκρατικού και κομμουνιστικού τύπου) είναι ενδεικτικό - ο μαρξισμός είναι 19ος αιώνας. Ο κομμουνιστής φιλόσοφος Ernst Bloch, ο οποίος έζησε έντονα τις συνθήκες της Βαϊμάρης ως την αυτοεξορία του στις ΗΠΑ, υπενθυμίζει τούτη τη λεπτομέρεια στο opus magnum του: 

Η αρχή της ελπίδας – σε σχέση με το «νέο» και το «έσχατο» στην ιστορία (δυστυχώς το σημαντικό τρίτομο έργο με τις πάνω από χίλιες σελίδες περιεχόμενο δεν έχει μεταφρασθεί ακόμη στα ελληνικά).

Είναι πρόδηλο ότι η μεταχρονονολογημένη καρικατούρα του νατσισμού στην Ελλάδα δεν ημπορεί να επικαλεσθεί παρόμοια επιχειρήματα, τα οποία στηρίζονται σε «εγχρονισμένες» κατηγορίες: σκοντάφτει στον ιστορικό νατσισμό και τη βιομηχανία των εγκλημάτων του – η σημερινή ελληνική μικροβιοτεχνία της βίας και του εγκλήματος του ετεροχρονισμένου φασονατζή «φύρερ», ο οποίος επιχειρεί να ξεπατικώσει το πρωτότυπο, αγωνιά να αναγνωρισθεί ως αποδεκτή πολιτική οντότητα επιζητώντας «άτυπους» συνομιλητές στον πολιτικό κόσμο και στην κοινωνία – η «άτυπη» συνομιλία ενισχύει την εσωτερική συνοχή του μορφώματος.

Οι ετεροχρονισμένοι φασονατζήδες του μίσους αναζητούν διαρκώς αντιπάλους για να «συνομιλήσουν»: η λεκτική βία στην Βουλή καταγράφει την εναγώνια προσπάθειά τους για «συνομιλία» και πολιτική αναγνώριση – όσο απαξιώνονται, τόσο θα επιζητούν τη «συνομιλία». Οι εκπρόσωποι των κομμάτων στην Βουλή έχουν δώσει ένα παράδειγμα αντιμετώπισης του εξευτελιστικού για την Ελλάδα μορφώματος, το παράδειγμα θα πρέπει να μεταφερθεί και στην κοινωνία: οι νάτσηδες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αποσυνάγωγοι – σε πρακτικό επίπεδο τούτο σημαίνει ότι δε συνομιλούμε μαζί τους σε καμία εκδήλωση της καθημερινής ζωής.

Δε συνομιλώ, δε σημαίνει ότι αγνοώ το φαινόμενο και τους κινδύνους του: η μέριμνα για την προφύλαξη των συμπολιτών μας από τον ηθικό και κοινωνικό εκπεσμό, τον οποίο επιφέρει ο νατσισμός, είναι διαρκής – είναι χρέος προς το κοινωνικό σύνολο, προς το ίδιο τον τόπο, απόρροια του συνταγματικού πατριωτισμού μας.

Η επικοινωνία: Δε συνομιλώ δε σημαίνει δεν επικοινωνώ. «Η επικοινωνία είναι συντονισμένη επιλεκτικότητα» υποστηρίζει ο Niklas Luhman και προσθέτει: «Στη διαδικασία της επικοινωνίας είναι αναγκαστικώς ενσωματωμένη και η δυνατότητα απόρριψης». [Niklas Luhman, Soziale Systeme, Grundiss einer allgemeinen Theorie – Δεύτερη έκδοση 1985, πρώτη έκδοση, Frankfurt a.M. 1964, σ . 212 – η μετάφραση δική μου]

Στη δημόσια επικοινωνιακή διαδικασία δυνάμεθα να αντιπαραθέσουμε δεκάδες εναλλακτικές προτάσεις, απορρίψεις των ισχυρισμών των νάτσηδων: όχι τούτο, αλλά το άλλο, όχι έτσι, αλλά έτσι και έτσι και έτσι κ.ο.κ.… η επικοινωνία ολοκληρώνεται με τούτη τη διαδικασία. Ακόμη και όταν δε «συνομιλεί» κανείς απευθείας με τον φορέα των συγκεκριμένων ισχυρισμών: δεν απορρίπτεις τον ισχυρισμό του μόνο για αυτόν, αλλά κυρίως για όλους όσοι μετέχουν στη διαδικασία της επικοινωνίας – η αγωνία για αναγνώριση και ισοτιμία στην επικοινωνιακή διαδικασία διογκώνεται, όταν η απόρριψη δεν απευθύνεται άμεσα στον φορέα μιας πρότασης, ενός ισχυρισμού.

Και όμως… συνομιλούν: Ο ελληνικός νατσισμός είναι ένα φαινόμενο, το οποίο ακόμη ετεροπροσδιορίζεται: οι βασικές του αναφορές προσδιορίζονται από την αντίθεση του σε θέσεις και «ιδεολογικά» στοιχεία της Αριστεράς – εδώ έχουμε μια ευρύτερη γκάμα στην «αντιπαράθεση», γεγονός που προκύπτει από την αντίθεσή του σε διαφόρους αντιπάλους κατά καιρούς (αναρχικοί, κομμουνιστές). Επ΄ αυτού στο μέλλον…

Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε μάρτυρες ενός άτυπου διαλόγου ανάμεσα σε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και των νάτσηδων. Ο διάλογος τούτος έχει παρά τη μορφή ιδεολογικής αντιπαράθεσης αναφορικώς με την έννοια «σύστημα»: η λέξη φετίχ η οποία συνδέει τις δύο πλευρές σε τούτον τον άτυπο διάλογο – δεν χρειάζεται να προδικάσουμε το νικητή σε μια τέτοια σκιαμαχία, διαθέτουμε το οδυνηρό ιστορικό παράδειγμα του Μεσοπολέμου του 20ου αιώνα.

Η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ έχει παγιδευτεί στην «παλαιομαρξιστική» λογική και προσπαθεί να πείσει –ποιόν;- ότι οι νάτσηδες είναι μέρος του συστήματος, είναι «συστημικοί». Αυτομάτως εξυψώνουν τους νάτσηδες σε «συνομιλητές» περί «αντισυστημικότητας»: είναι προφανές ότι σε μια τέτοια γελοία αντιπαράθεση μέσω «ασύμμετρων», αλλά συντονισμένων γύρω από τούτη την έννοια δημοσιευμάτων ο ηττημένος – όχι μόνο σε επίπεδο εντυπώσεων – θα είναι εκείνος, ο οποίος επισκέπτεται την Γερμανία και τις ΗΠΑ και όχι ο νοσταλγός του Χίτλερ - τούτος έχει έτοιμη την απάντησή του, όπως την ακούσαμε και στην Βουλή εν μέσω μουγκρητών: «παραδώσατε τη χώρα στο 4ο Ράιχ».

Οι νοσταλγοί του χιτλερισμού στην Ελλάδα αποκαλούν 4ο Ράιχ τη σημερινή δημοκρατική Γερμανία. Και δεν είναι οι μοναδικοί. Οφείλουμε πλέον να αντιληφθούμε ότι ο «λόγος» τους τροφοδοτείται από μια ευρύτερη δεξαμενή εθνικιστικών στερεοτύπων και πολιτικού ανορθολογισμού. 

Το ιστορικό ανάλογο σε αυτήν την κατάσταση μας το παρέχει η ίδια η ιστορία του γερμανικού νατσιστικού κόμματος: αναδύθηκε μέσα από μια πανσπερμία ακροεθνικιστικών οργανώσεων, τάσεων και αντιλήψεων ακόμη και σε κόμματα της Αριστεράς – όσο και αν ξενίζει, ακόμη και το σταλινικό ΚΚ Γερμανίας διέθετε μια ισχνή εσωκομματική εθνικιστική παραφυάδα (το σημερινό ΚΚΕ έχει υπερβεί προ πολλού πολλά όρια).

Ο φασονατζής του μίσους εμφανίζεται στο youtube με μαύρο μπλουζάκι Lacoste, αλλά τούτο δεν εμποδίζει καθόλου την υποτιθέμενη «αντισυστημική» ρητορεία του: το κρίσιμο δεν είναι το φετίχ της αντισυστημικότητας, αλλά η αποκατάσταση του ορθού λόγου στη δημοσιότητα – το νέο δεν εμφανίσθηκε ποτέ στο ιστορικό προσκήνιο με τυμπανοκρουσίες.

Όσοι φλυαρούν περί «συστημικότητας» ή «μη συστημικότητας» πριμοδοτούν την άτυπη συνομιλία με την παραλογία και τη δηλητηριώδη… «ελληνοφρένεια» των ημέρων μας: αν τα «αντισυστημικά» τους όνειρα γίνουν πραγματικότητα, η ζωή θα γίνει «εφιάλτης»: το παράλογο δεν εγκλωβίζεται στο δίπολο: «συστημικό» -«αντισυστημικό».

Αποτελεί πολιτικό ναρκισσισμό και θεωρητική τύφλωση της λεγόμενης ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς – κατάλοιπο της μαρξιστικής της εσχατολογίας – η θεώρηση όλων των «πολιτικών» φαινομένων υπό το πρίσμα του «αναχώματος»: είναι ιδεολογική τύφλωση να θεωρεί ακόμη κάποιος πολιτικός χώρος ότι εκφράζει ή εργάζεται για τον «σκοπό» της ιστορίας – το τελεολογικό υπόδειγμα της ιστοριοφιλοσοφίας παραλύει στην απόλυτη τήρησή του κάθε έννοια του πολιτικού ( ακριβώς επειδή το ΚΚΕ δεν είναι «πολιτικό» θα παραμείνει ες αεί καθηλωμένο στη συνείδηση των πολιτών).

Η απάντηση: Οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις περί «συστημικότητας» ή «μη συστημικότητας» στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν και σήμερα τα θύματά τους: είναι τα εργατικά λαϊκά στρώματα, τα οποία δεν έχουν την πολυτέλεια να αερολογούν, όπως η μικροαστική κομματική νομενκλατούρα και οι μικροαστοί ηγετίσκοι με τις «αυλές» τους, αλλά απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις σε ζωτικά ερωτήματα – με πρώτο για πολλούς αυτή τη στιγμή εκείνο της εργασίας και της επιβίωσης.

Έχουν και ένα επιπλέον θύμα: τους δημοκρατικούς θεσμούς - κάθε αντιδημοκρατικό πλήγμα ενισχύει τα αντιλαϊκά στοιχεία και την όποια φασιστική εκτροπή.

Όλα τούτα δε σημαίνουν εγκατάλειψη της ιδεολογικής αντιπαράθεσης με το μεταχρονολογημένο κακέκτυπο του νατσισμού στην Ελλάδα: ο λόγος είναι το πρώτο πεδίο σύγκρουσης – όχι η καταγγελία των νάτσηδων ως «συστημικών».

Υπενθύμιση: Η πολιτική Αριστερά υποβάθμιζε διαρκώς το φαινόμενο του εθνικισμού στο πλαίσιο μιας πολιτικάντικης πολιτικής καιροσκοπισμού: αρχής γενομένης από τα συλλαλητήρια για το λεγόμενο «μακεδονικό». Και δυστυχώς τμήματα της λοξοκοιτούν ακόμη και τώρα σε διάφορες ακραίες εκδοχές εθνικισμού.

Για την αντιμετώπιση των νάτσηδων ισχύει εκείνο που έγραψα σχεδόν προφητικά το 2007: « Αντιστάσεις: Όταν το παράλογο προπαρασκευάζει το συλλογική ακοή για να προϋπαντήσει στο λιθόστρωτο το βηματισμό της χήνας οι λέξεις οφείλουν να παρατάσσονται σαν οδοφράγματα σε εξεγερμένη πόλη». [Όμηρος Ταχμαζίδης, Υλικά φιλοσοφικής γραφής, Θεσσαλονίκη 2007]

Είχα παραθέσει στο συγκεκριμένο επίγραμμα ως motto το ακόλουθο δίστιχο από το ποίημα «Σκύλος τοξότης» του Έκτορος Κακναβάτου: «κι ο δεξιός ιεροψάλτης λουστρίνι μάγουλο/ βήμα που του ΄μαθε η χήνα».

Οι «λέξεις», η διαπαιδαγώγηση είναι το πρώτο βήμα για να μην εκπέσει η κοινωνία μας στο βηματισμό της χήνας.

Υ.Γ. Χαίρομαι ιδιαιτέρως που το παλαιότερο κείμενό μου «Η κυνική ευαισθησία της Coca Cola» κινητοποίησε τα ανακλαστικά τόσων ανθρώπων στο Διαδίκτυο και στα κοινωνικά μέσα. Οι μεγάλες αντιστάσεις εκκινούν πάντοτε από ευθύβολους λόγους, χωρίς ναι, μεν αλλά… και χωρίς καχυποψίες. Είμαι υποχρεωμένος απλώς να ενημερώσω ότι στην Θεσσαλονίκη η διεύθυνση της πολυεθνικής πιέζει για νέες απολύσεις χρησιμοποιώντας διάφορα «περίεργα» μέσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Γνώμη Κιλκίς- Παιονίας διευκρινίζει στους αναγνώστες της ότι θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμα του σχολιασμού και της κριτικής έκφρασης, όταν αυτό φυσικά δεν στοχεύει στην απαξίωση, στην ύβρη και στην προσβολή ατόμων και θεσμών.

Το αναγνωστικό κοινό θα πρέπει να γνωρίζει ότι η Γνώμη, επιδιώκοντας μια υγιή και αμφίδρομη επικοινωνία, δεν δημοσιεύει ανυπόγραφα σχόλια, αλλά ούτε και σχόλια ρατσιστικού, προσβλητικού και υβριστικού περιεχομένου.

Τα ενυπόγραφα άρθρα τέλος, εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας.