Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Ο μήνας του... ''ΕΛΕΟΣ''!

Της Ευγενίας Τσομπανοπούλου
«Αγάπη, ετοιμάσου για Κέρκυρα! Σου ‘χω κανονίσει διημεράκι τα δυο μας, από το πουθενά! Για να δεις, τι κελεπούρι άνδρα πήρες!», είπε όλο χαρά και γέλασαν και τα μουστάκια του!

«Αλήθεια, ψυχή μου; Δεν το πιστεύω!», ποιος φούρνος γκρεμίστηκε στη γειτονιά, και δεν το πήρα χαμπάρι; Σκέφτηκα.

«Κάνε κουμάντο τα παιδιά και ετοίμασε βαλίτσες»,

«Τσακίζομαι, ανδρούλη μου!» (Μην το ξανασκεφτεί και το μετανιώσει, μια φορά στα δέκα χρόνια συμβαίνουν αυτά, στη βράση κολλάει το σίδερο! Να googlάρω για αξιοθέατα, μουσεία, εστιατόρια! Τι ωραία, τι καλά, τι χαρά, τι νταβαντούρι!)

Η μεγάλη μέρα της αναχώρησης, έφτασε! Με τη βαλιτσούλα ανά χείρας και την αλμύρα της θάλασσας να μου τρυπάει ήδη, γαργαλιστικά τα ρουθούνια, κατέβηκα γεμάτη προσμονή στην είσοδο της πολυκατοικίας, και περίμενα να δω το ταίρι με το αμάξι. Περίμενα και περίμενα, πουθενά ο σύζυξ! Θα πήγε να βάλει βενζίνη, φαντάστηκα! Κάποια στιγμή άκουσα μία γνωστή, βροντερή φωνή, να ‘ρχεται πίσω από την πυλωτή.

«Τι περιμένεις; Άντε, ανέβα!» και μου δείχνει το φορτηγό των 4,5 τόνων της δουλειάς.

«Πού να ανέβω;», τον ρώτησα αποσβολωμένη!

«Στο φορτηγό ντε, έχω να παραδώσω 50 κομοδίνα σε ξενοδοχείο της Κέρκυρας, και με την ευκαιρία θα κάνουμε και το ταξιδάκι μας!

«…………….»

«Έλα να σε βοηθήσω, πέτα τα μπαγκάζια στην κόφα, θα σε τραβήξω να ανέβεις, η πόρτα δεν κλείνει εύκολα, κάτσε να ‘ρθω να την σπρώξω!»

«…………….»

Και έτσι με ‘’χέι, ωπ και νταπ, ντουπ’’ ξεκίνησε το ρομαντικό μας ταξιδάκι για Κέρκυρα, με ένα παλιό φορτηγό των 90s, με ραγισμένο παράθυρο, με μία πόρτα που αν ξεχνιόσουν και ακουμπούσες επάνω, πιθανολογούσες να βρεθείς χάμω στην άσφαλτο με το φορτηγό εν κινήσει, και φυσικά… φυσικά, χωρίς κλιματισμό. Και μας έπιασαν κάτι μποφόρια ρημάδια, και να κουνιέται το φορτηγό σαν ‘’τη τράτα μας την κουρελού, τη χιλιομπαλωμένη!’’. Αν μας έβλεπε κάποιος από το παρμπρίζ, νόμιζε πως ακούμε ροκιές στο τέρμα και κοπανιόμαστε μέσα στην καμπίνα. We will rock you, yeah!

Τα μαλλιά ανακατωμένα, οι γλώσσες έξω από την ταλαιπώρια, φτυστοί οι ροκάδες οι Kiss, έξι ολάκερες ώρες, έτσι! Σαν τα σκυλάκια- κουκλάκια, τα γνωστά, που όλοι οι φορτηγατζήδες έχουν, που κουνάνε τα κεφάλια τους εκείθε και εδώθε! Σαν αυτά καταντήσαμε! Κι εκεί που λέω, ας κλείσω λίγο τα ματάκια μου, που κόντευα να πάθω αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, μας προσπερνάει ένα ΙΧ αντικανονικά και αρχίζει ο σύζυγος να τσιροκοπά και να στολίζει! Αλλά όχι με τη συνηθισμένη φρασεολογία, αυτή που γνωρίζει ο πολύς ο κόσμος… όχι!

Αλλά με αυτή, που θα πρέπει να εντρυφήσεις στα άδυτα της ελληνικής γλώσσας, θα ξεφυλλίσεις άπειρα λεξικά για να την εντοπίσεις, και πάλι θα μείνεις με ερωτηματικά! Λέξεις που ακούς και θέλεις να ανοίξει το πάτωμα του φορτηγού και να σε καταπιεί! Αυτό που λέει ο λαός ’’μιλάει σαν νταλικέρης‘’ δεν βγήκε τυχαία, πιστέψτε με! Με ένα lower μπήκα στο φορτηγό, με πτυχίο ‘’γαλλικών‘’ βγήκα!

Μέχρι να σβηστεί το παπαρουνί και να επιστρέψει το ροζακί στα μάγουλά μου, βλέπουμε να βγαίνει από το καπό καπνός. Τούφα το ντουμάνι! Βγάζει ο σύζυγος την μπλούζα, μένει με την Μινέρβα τη φανέλα και την τρίχα, ψάχνει τα εργαλεία και ξεκινάει το μερεμέτι! Το φαινόμενο που όλοι οι Έλληνες άνδρες, είναι φωτεινοί παντογνώστες, που ξέρουν τα πάντα, πρέπει να το μελετήσουν λίγο οι γενετιστές! Να πάρουν τα κύτταρα τους, να τα κάνουν εμβόλια, να αποκτήσουν λίγη εξυπνάδα και οι άλλοι οι λαοί. Κρίμα σε Άγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους να πεθάνουν στην αφάνεια!

Σταμάτησαν και δύο ακόμα συνάδελφοι για να βάλουν το χεράκι τους, και άρχισαν να λένε κάτι αλαμπουρνέζικα για πολύγωνα, για ματζαφλάρια, για κλειδιά από την Γερμανία, πονοκέφαλος μ’ έπιασε! Μην μιλάς, Ευγενία, μην βγάζεις κιχ! Παίξτο παλαβή, κάποια στιγμή, θα φτάσουμε! Και μετά, ρομαντικές βόλτες σε καντούνια, σε πλατείες, σε παραλίες! Αχχχ…

Μόλις είδα να ξεπροβάλλει το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, μου ήρθε να ξεσπάσω σε κλάματα από την ανακούφιση! Ανάσταση! Μία ωρίτσα με χώριζε από το όνειρο! Δύο μέρες με την αγάπη μου, στο πανέμορφο νησί! Δεύτερος μήνας του μέλιτος! Λίγο πριν αγγίξουν τα δακτυλάκια μας στεριά, πιάνει το κινητό και αρχίζει τις συνεννοήσεις με τον ξενοδόχο, για την παράδοση του εμπορεύματος.

«Ναι, ναι… κατάλαβα που βρίσκεστε, θα είμαστε εκεί σε 10 λεπτά». Το είπε και το πίστευε! Ήταν σίγουρος!

«Μήπως να βάλουμε το GPS, ψυχή μου; Να φτάσουμε πιο γρήγορα; Μην χαθούμε, φοβάμαι…», είπα… μπας και!

«Να χαθούμε; Άκου τι λέει ρε, το κοριτσάκι! Η δουλειά μου είναι αυτή κούκλα μου, εφτά φορές τον γύρο της γης τα χιλιόμετρα στο κοντέρ, η άσφαλτος είναι το δεύτερο σπίτι μου, πίσσα τρώω για μεσημεριανό… Εννοείται, πως δεν θα χαθούμε!».

Και εννοείται πως χαθήκαμε! Μέχρι την άκρη των χειλιών μου, πλησίασαν τα καινούργια ‘’γαλλικά’’ που έμαθα! Αλλά, είμαι ανώτερος άνθρωπος και τα έδιωξα! Θα τελειώσει η ‘’Οδύσσεια’’, πού θα πάει; Μέτα από 110 λεπτά, που φτάσαμε στον προορισμό μας, κατέβηκε η πραμάτεια και μπήκαν όλα τα κομοδίνα στις θεσούλες τους, περίμενα, αγωνιωδώς, να αρχίσουν τα καλά, τα όμορφα! Επιτέλους, επιτέλους! Μπάνιο να φύγει το καυσαέριο από το πετσί μας, φαγητό, και βόλτα στην πλατεία ‘’Λιστόν’’ για ποτάκι! Φως αισιοδοξίας, άρχισε να διακρίνεται, στην άκρη του τούνελ! Ώσπου ανοίγει το στόμα του και λέει:

«Άντε, σάλτα στο φορτηγό, να φέρουμε και τ’ άλλα! Άλλα 50 παράδοση, κι όλη η Κέρκυρα δικιά μας».

«……………»

ΤΕΛΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου