ΜΕΘΟΔΟΣ

ΘΕΟΤΟΚΕΙΑ 2018

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

Η ελπίδα της απόγνωσης

†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος
Το κλάμα της αγιάτρευτης οδύνης μας, όσο περνούν οι μέρες, θα γίνεται όλο και πιο βουβό, κι όμως ασίγαστο θα καίει τα σωθικά μας.

Στο περίτρομο βλέμμα της συντριμμένης σε εκατοντάδες και χιλιάδες κομμάτια καρδιάς μας μια εικόνα φρίκης, δίκοπο μαχαίρι στο ανελέητο έργο της. Αγκαλιασμένοι πυρίκαυστοι άνθρωποι στις οθόνες της μνήμης, χωρίς το παραμικρό είδος και κάλλος, προσμένουν αναντίρρητα την έσχατη ελπίδα μας, την κοινήν ανάστασιν.

Τους φιλούμε έναν προς έναν, παιδιά και μεγάλους, πραγματικά δικούς μας, και τους κατευοδώνουμε για την ποθεινή πατρίδα με τη βεβαιότητα που μας δίνει η πίστη, με τη σιγουριά που αντλούμε από αναρίθμητους Αγίους μάρτυρες δια πυρός, που “έσβησαν” κι όμως δεν έσβησαν, που “χάθηκαν” κι όμως υπάρχουν και προσαναμένουν με ανοιχτές τις αγκαλιές τους τα ακούσια θύματα της τραγωδίας.

Μακάρι να μπορούσαμε να κρατούσαμε τους θεούμενους ανθρώπους του Θεού ανάμεσά μας για να περιορίσουν το κακό που μας βρήκε. Να γλίτωναν με κείνην τη νηστεμένη ξάγρυπνη διάτορη δέησή τους τα παιδιά μας και τους δικούς μας, από το σαδισμό του αντιδίκου της σωτηρίας μας, την κακία του “απ᾽ αρχής ανθρωποκτόνου διαβόλου”. Να τους άρπαζαν από την κόλαση της πύρινης κόλασής του.

Λιγόστεψαν οι αληθινοί πυροσβέστες του αβυσσαλέου μίσους του μισόθεου, του μισάνθρωπου, του μισόκαλου. Και μας απόμειναν οι δικές μας κραυγές δίχως νερό ζωής, στη στεγνή από πίστη καρδιά μας, στο στεγνό από δεήσεις λαρύγγι μας, στη στεγνή από λειτουργική ζωντάνια ψυχή μας. Τι να σβήσουμε εμείς μόνοι μας και ποιούς να βοηθήσουμε;

Αν και οι περισσότεροι, μέσα στη συλλογική απόγνωση από την εμβίωση της φρίκης, δεν θέλησαν να βλασφημήσουν τη φιλανθρωπία Του, παρά ταύτα κάποιοι κάποιοι τόλμησαν να καταλογίσουν απουσία στο Θεό, όσοι βεβαίως επιθυμούν να Τον έχουν απόντα από τη ζωή μας κι από την κοινωνική πραγματικότητα. “Από μακριά κι αγαπημένοι”, το νέο μοντέλο θρησκευτικού αγνωστικισμού, με τη θρησκευτικότητα στα νομικά διεθνή πλαίσια των τυπικών ατομικών δικαιωμάτων. 

Κάτι ξένο και παράξενο για την παραδοσιακή μας θρησκευτικότητα, που δεν υπήρξε τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από εκκλησιαστικότητα, εκκλησία, σύναξη, κοινοτισμός, κοινωνία σε συλλογική αναφορά και μέθεξη του Θεού.

Ο Θεός όμως –θα μας αποκρινόταν ο όσιος Παΐσιος– μας αγαπάει αλλά δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο να Τον αγαπήσει. Θέλει το φιλότιμό μας. Θα αναφερθώ σε ένα περιστατικό που έκανε τον άγιο Παΐσιο να στενοχωρεθεί και να “θυμώσει” για το κοσμικό πνεύμα που είχε διεισδύσει στους μοναχούς του Αγίου Όρους. Έλεγε: παντού έβρεχε σε όλη την Ελλάδα και μόνο στο Άγιον Όρος δεν έβρεχε, όταν οι φωτιές στο πέρασμά τους κατέκαιαν την βλάστησή του.

Φαίνεται ότι οι μοναχοί που ζητούσαν ενίσχυση, δεν κατάλαβαν τίποτε το πνευματικό και ότι γίνονταν αιτία να βλασφημείται το όνομα του Θεού. Και να λέει ο κόσμος, που είναι η Παναγία τους, γιατί δεν τους βοηθάει; Που να γνωρίζει ο κόσμος ότι αυτό ήταν χαστούκι της Παναγίας.

Ο πονηρός παλεύει με τη βία να μας σπρώξει στην αμαρτία και στο κακό. Ακόμη και τούτη τη δική του κακουργία τη μεταμφιέζει σε αφορμή ύβρεων κατά του Θεού. Μα, αν δεν φύλαγε ο Θεός, όλη η Αττική θα καιγόταν, όλη η Αθήνα θα μαύριζε. Όλα τα Γεράνεια και η τριγύρω περιοχή θα φλέγονταν. Ο λαός μας με τη θυμοσοφία της πίστης μας ξέρει πολύ καλά να φιλοσοφεί ακόμη και στην πιο μεγάλη του τραγωδία: “Φύλαξε ο Θεός, και δεν έγιναν τα χειρότερα”. Δεν τολμούμε καν να υποθέσουμε τι θα γινόταν αν η πυρκαϊά ξεσπούσε Σαββατοκύριακο η ο άνεμος στρεφόταν προς τα νότια... πόσες περιοχές της Αττικής θα γίνονταν πυρίκαυστες;

Και εδώ ακριβώς έρχεται και ξανάρχεται η συνυπευθυνότητα όλων μας, για ένα ρόλο που μας χαρίστηκε κι εμείς τον απορρίψαμε και διαρκώς τον αποδυόμαστε, το ρόλο της δικής μας άμεσης συνέργειας με την άγια πρόνοια του Θεού.

Όλα τα περιστατικά θαυμάτων του ι. Ευαγγελίου και του Συναξαριστή διαλαλούν το δώρο της ελεύθερης και δυναμικής συνέργειας του ανθρώπου στη δράση της άκτιστης θείας πρόνοιας μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στην ιστορία. Δείχνουν πως ζυμώνεται ο άνθρωπος (και) με το δικό του κόπο. Έτσι μας έπλασε, μας ανέπλασε με την ενεργό υπακοή του σαρκωμένου Υιού Του, έτσι μας λύτρωσε-έσωσε ο Θεός. Μόνο, σαν το θελήσουμε, μας “γλιτώνει” από τον οδυνηρότατο τοκετό της ιστορίας μας, η οποία δεν εννοεί να μην τοκίζει τη συλλογική και την ατομική επιβίωση στις πιο ακραίες κακότητες σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο.

Ως εκκλησιαστικό σώμα έχουμε αμοιβαία την ευθύνη να δώσουμε και να αντιλάβουμε μεταξύ μας, να προσφέρουμε και να αναδεχόμαστε διανθρώπινα και πανανθρώπινα την αίσθηση της πιο καίριας χρείας· είμαστε καλεσμένοι, θεόκλητοι συνεργοί πάνω στη θεόδοτη ζωή μας, όχι παθητικοί αποδέκτες ενός “μαγικού δώρου” που μας χαρίζεται άνωθεν και μας προσφέρεται για να το ξοδεύουμε ανελέητα όπως να ᾽ναι κι όπως μας αρέσει· κι όσο δεν εκκλησιάζουμε τη ζωή μας ώστε να γίνει χρόνος και χώρος και τόπος ιστορικής “σάρκωσης“ του Σωτήρα, διακινδυνεύουμε τα πάντα, χάνουμε το παν. Τότε, ο,τι και να πασχίσουμε να συνεισφέρουμε σαν αλληλεγγύη, δεν μπορεί να αποτρέψει το πιο τραγικό μας έλλειμμα.

Μας έλεγε πρόσφατα ένας άνθρωπος του λαού, συνταξιούχος υπάλληλος της ΕΛ.ΒΟ. από τη Δράμα, κάτοικος Θεσσαλονίκης, πως η γιαγιά του επί κατοχής κάθε απόγευμα έβαζε όλα τα εγγονάκια γονατιστά μαζί και η ίδια και προσεύχονταν για να ελευθερώσει ο Θεός τον τόπο από τα βάσανα· “εσάς τα παιδάκια σας ακούει πιο πολύ ο Θεός” τους έλεγε. Και θυμηθήκαμε το “πάλιν και πολλάκις” των λειτουργικών ικεσιών και δεήσεων.

Θυμηθήκαμε πλείστα όσα θαυμαστά γεγονότα που ανιστορούνται σε βιογραφίες αγιασμένων και χαριτωμένων ανθρώπων. Αναγράφεται π.χ. στη βιογραφία του παπα-Χαράλαμπου του Διονυσιάτη, καθηγουμένου, πως σώθηκε με το ανήλικο αδελφάκι του από την επικείμενη θανάτωσή τους επί βουλγαρικής κατοχής στο Β Π.Πόλεμο, με αισθητή παρέμβαση του αγίου Γεωργίου. Και όταν επέστρεψαν σπίτι τους, βρήκαν τον πατέρα τους να στέκεται στο εικονοστάσι, νηστικός τόσες μέρες δεν σηκωνόταν αλλά παρακαλούσε το Χριστό για τα παιδιά του!

Και αναδύθηκαν στη μνήμη μας ανάλογα γεγονότα που επέτρεψε ο Θεός να ζήσουμε και να δυναμώσει η πίστη μας “εν αισθήσει”.

Ήταν Αύγουστος του 1967, πρώτη του μηνός. Τα πευκόφυτα Γεράνεια Όρη έπιασαν φωτιά και μεταδόθηκε αστραπιαία σε μεγάλο μέρος του βουνού. Φοβερό πράγμα, να το βλέπει δίπλα του κανείς και να τον πλησιάζει το κακό (η φρίκη των αδελφών μας που μας απέλιπαν πυρίκαυστοι και των πυροπαθών).Είχαμε μεταβεί με τη μακαρίτισσα τη μητέρα μου για το καθιερωμένο άναμμα των καντηλιών και το καθάρισμα στα εκκλησάκια που βρίσκονταν στην Περαχώρα.

Το εξωκλήσι της Αγίας Τριάδος, κοντά στη σπηλιά του Αγίου Γεωργίου, το είχε ανεγείρει ο παππούς της. Καθώς φθάναμε κατηφορίζοντας προς τις κατασκηνώσεις των παιδιών του Ιδρύματος του π. Νήφωνος, συνέβη το κακό. Οι δυό κατασκηνώσεις, των αγοριών και των κοριτσιών, χωρίζονταν από τον κεντρικό δρόμο. Η μητέρα μου με τις υπεύθυνες ανέλαβε τα περίπου 80 κορίτσια, και σε μένα ανέθεσαν τα αγόρια, για να τα οδηγήσουμε σε ασφαλέστερο μέρος κάτω στην πόλη. Τα αγόρια σαν παιδιά το στρώσαμε στο παιχνίδι

 Η μάνα μου όμως ευθύς αμέσως παρακίνησε τα κορίτσια και τις κοπέλες να πάνε να προσευχηθούν. Έψαλαν από την καρδιά τους, με δάκρυα στα μάτια, την Παράκληση στην Παναγία τη Γιάτρισσα και διάβασαν τους Χαιρετισμούς. Η κατασκήνωση των αγοριών κάηκε ολοσχερώς. Έγινε στάχτη. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο. Των κοριτσιών η κατασκήνωση με τόσα αιωνόβια πεύκα, περικυκλώθηκε από τη φωτιά, αλλά τελικά διασώθηκε ολόκληρη.

Η φωτιά ξαφνικά άλλαξε κατεύθυνση, περιτριγύρισε τον χώρο καίγοντας τα πάντα στο πέρασμά της χωρίς να πειράξει καθόλου την κατασκήνωση των κοριτσιών! Τα καταλύματα των ορφανών τα έθεσε υπό την προστασία της η Παναγία, με τις δικές τους επίμονες κι απαιτητικές προσευχές. Ήταν ένα δίδαγμα ζωής για όλους μας, αυτή η αισθητοποίηση της δικής μας ενεργού συνευθύνης.

Πολύ αργότερα, το καλοκαίρι του 1986, ξανάπιασαν φωτιά τα Γεράνεια. Όλο το βουνό φλεγόταν. Ξημερώματα αντικρίσαμε ένα κατάμαυρο βουνό. Σε μία όαση καταπράσινη βρισκόταν πριν η Μονή του Οσίου Παταπίου. Στο σπήλαιο-παρεκκλήσι της Μονής φυλάσσεται το άφθαρτο σκήνωμα του Οσίου. Οι αδελφές περισυνελέγησαν από ελικόπτερο. Εκεί, τις ώρες της πύρινης κόλασης, δύο μοναχές με την ευλογία της Γερόντισσας παρέμειναν κοντά στο σκήνωμα του Οσίου προσευχόμενες, αν και τις είχε ειπωθεί από τον υπεύθυνο της Πυροσβεστικής ότι ο κίνδυνος ήταν μεγάλος.

Το πυροσβεστικό αεροπλάνο αδυνατούσε, λόγω του αέρα και της διαμορφώσεως του εδάφους, να κάνει ρίψεις νερού. Εκείνες με αυτοθυσία εκεί πάνω μέσα στο πύρινο μέτωπο, κι οι υπόλοιπες αδελφές από κάτω, εκλιπαρούσαν το Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους να διασώσουν το Μοναστήρι και το άφθαρτο σκήνωμα του Αγίου. Όλο το Λουτράκι ήταν αναστατωμένο. Σίγουρα, εκτός από τις κατατρομαγμένες μοναχές μέσα στην “καρδιά” του φοβερού κινδύνου, κι άλλες ψυχές ενωμένες στις ολόψυχες δεητικές κραυγές θα παρακαλούσαν για το πτωχότατο Μοναστήρι με το θαυματουργό προστάτη Όσιο.

Έλεγε η μακαρίτισσα η μητέρα μου: “Ο Άγιος θα προστατεύσει το Μοναστήρι του. Τόσες αφιερωμένες ψυχές, ένα σταυρό να κάνουν, ο Θεός θα τις εισακούσει!” Θυμόταν με πόσο κόπο ανέβαζαν οι μοναχές τα τρόφιμα και τα υλικά πάνω στο γαϊδουράκι, τσιμέντα, σίδερα, τούβλα από το μονοπάτι για να κτίσουν το ναό και τα κελλιά, τότε που δεν υπήρχε δρόμος.

Τα πάντα κάηκαν στο βουνό, καθώς και ένα πεύκο, ένα πεύκο ακριβώς επάνω στο σπήλαιο, που με τις ρίζες του είχε αρχίσει να διαβρώνει την οροφή του σπηλαίου–ναΐσκου, εκεί όπου φυλάσσεται το ιερό σκήνωμα! Παραδόξως σώθηκαν όλα τα πεύκα που επισκιάζουν δεξιά κι αριστερά τα σκαλοπάτια ανόδου προς τη Μονή, όπως και το μεγάλο πεύκο από το προαύλιο χώρο της, για να βρίσκουν αναψυχή ανερχόμενοι οι προσκυνητές. Ο Όσιος έκανε το μεγάλο θαύμά του.

Και μας απομένουν αναπάντητα τα ερωτηματικά για το δικό μας άθλιο σήμερα, για το μεγάλο μας εθνικό πένθος με τους ανθρώπους μας στην Ανατολική Αττική.

Με λόγο παρακλητικά ποιμαντικό αποκρίθηκε η Ιερά Σύνοδός μας, απευθυνόμενη προς όλο το λαό, που αναδέχθηκε σαν δική του συλλογική συμφορά τη συμφορά των θυμάτων της άγριας πυρκαγιάς. Όσο πιο νηφάλια αντικρίζουμε την αδυσώπητη οδύνη, τόσο πιο αποτελεσματικά παλεύουμε τη φρίκη της. Μέσα στη μεγάλη αγκαλιά της έγνοιας μας για τους αναγκεμένους αδελφούς μας, που ξεπερνά τα όρια μιας τυπικής αλληλεγγύης και γίνεται ανθρωπιά αγάπης του πλησίον ως εαυτών.

Όμως, δεν πρέπει να παραμένει αναπάντητο και άλλο ένα μεγάλο ερωτηματικό, που αναμετράται με τον συνήθη εφησυχασμό μιας ισοπεδωτικής επιβίωσης δίχως νόημα ζωής: που είναι το φάρμακο της πίστης στο σταυρωμένο κι αναστημένο Χριστό μας και η γιατριά της προσευχής, ο συλλογικός μας εκκλησιασμός, να γίνουν μια δυνατή, μια πολύ δυνατή “αντιπυρική” προστασία απέναντι στην πολυειδή κακόνοια του αλλοτρίου;

Μέσα σε τούτη την πανεθνική απόγνωση για τους αδελφούς μας θύματα, μέσα στη συλλογική συνδρομή μας στην καμένη γη της ζήσης τους, καιρός να ξαναβρούμε (και) την πιο γνήσια ελπίδα που δεν καταισχύνει…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου