Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

''Κλείσε κοριτσάκι... το μπαλκόνι!''

Της Ευγενίας Τσομπανοπούλου
Είμαι στην τράπεζα, στην ουρά για το "easy pay". Παππούδι μπροστά, γιαγιούλα από πίσω, μία κυρία απροσδιόριστης ηλικίας, τρίτη… τέταρτη στη σειρά, εγώ. Με έναν γρήγορο υπολογισμό, μέσος όρος εξυπηρέτησης, 7 λεπτά! Ντάξει, καλά είμαστε, κάτσε στα αυγά σου, σκέφτομαι! Ο γέροντας, σφιχτοκρατάει στο δεξί του χέρι, ένα κίτρινο χαρτονόμισμα! Μπας και με γελούν τα μάτια μου; Μην είναι οφθαλμαπάτη; Όχι, είναι πράγματι 200ευρώπουλο! 

Από ποιο στρώμα το ξέθαψε ο άτιμος; Χρόooνια, είχα να δω! Θέλει να το στείλει στην εγγόνα του, που σπουδάζει στα Γιάννενα. Ζητάει βοήθεια από την υπάλληλο κι αυτή όλο προθυμία τον ρωτάει ευγενικά.

«Τον λογαριασμό, παρακαλώ;»

«Στην Πετρούλα την Παπαδοπούλου στα Γιάννενα», απαντάει αυτός. Γυρνάει και προς το μέρος μας, φωνάζοντας, για να ακουστεί σίγουρα παντού. «Aπό τις πρώτες μπήκε στη σχολή, με 18.500 μόρια!». Καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι!

«Ωραία, να την χαίρεστε!», αποκρίνεται μελιστάλαχτα η υπάλληλος. «Χρειαζόμαστε έναν λογαριασμό για να καταθέσουμε τα χρήματα».

«Κοντά στη λίμνη μένει… πώς τη λένε την οδό να δεις; Α, ναι! Λεωφόρος Κάρολου Παπούλια, 3». Τον κοιτάζει απορημένη η υπάλληλος, τον κοιτάμε κι εμείς, άκρη πάντως, δεν βγήκε! Όπως ήρθε, έφυγε! Με τα 200 ευρώ, ανά χείρας και οσονούπω… κάτω στρώματος!

Μπαίνει μπροστά η γιαγιά! Άριστη χειρίστρια το μηχανήματος, δεν χρήζει βοηθείας. Είναι σίγουρη, το ‘χει ξανακάνει λέμε, τη διώχνει την υπάλληλο! Κρατάει το λογαριασμό με τρεμάμενο χέρι και προσπαθεί να δει τους μικρούς αριθμούς. Πρεσβυωπία στο ένα μάτι, καταρράκτη στο άλλο, μία μακριά το χαρτί, μία κοντά, ναυτία μας έπιασε τους πισινούς να βλέπουμε το χαρτί να κόβει βόλτες.

Πέντε φορές βάζει λάθος λογαριασμό! Ούτε μία, ούτε δύο! Πέντε ολάκερες! Γράφει, σβήνει και φτου και απ’ την αρχή! Πατάει επόμενο… δεν αντιστοιχεί σε λογαριασμό, προσπαθήστε ξανά, γράφει ο τενεκές ο ξεγάνωτος! Φαντασιώνομαι πως πάω δίπλα στο #$%&μηχάνημα, και εκνευρισμένη του θανατά, αρχίζω να το ταρακουνάω πέρα - δώθε με μανία, κραυγάζοντας, «Εξυπηρέτησε τη γυναίκα ρε αφορισμένο, την/μας έσκασες!». Επανέρχομαι, ακούγοντάς την να βάζει τα χρήματα! Αλληλούια!

Η κυρία απροσδιόριστης ηλικίας, βαρέθηκε και έφυγε! Τι γλυκούλα! Πιο καλά για μένα… μπουχαχα! Τσακ, τσουκ πατάω αριθμούς, προσθέτω λογαριασμούς και έρχεται η ώρα να βάλω τα χρήματα. Έχετε να εισάγετε 190 ευρώ, γράφει με κόκκινα γράμματα η οθόνη. Ναι, τρίψε το μας στην μούρη, λες και δεν πονάει η καρδιά μας, αρκετά! Μόλις ακουμπάει η άκρη του χαρτονομίσματος στην εσοχή, χραπ… λες και βγαίνει ένα χέρι από μέσα και το γραπώνει! Δεν προλαβαίνεις να το δεις, εξαφανίζεται. Να σου μαγκώσει δάκτυλο, να χοροπηδάς μέχρι αύριο!

Έχετε να βάλετε άλλα 140 γράφει το αδηφάγο! Εντάξει, ντε… βιάζεται κιόλας, τα υπουργεία μου μέσα! Βάζω άλλα τρία 50ευρα, με λίγο φόβο αυτή τη φορά, κρατώντας κάποια απόσταση, ποτέ δεν ξέρεις, μην από τη φόρα που πήρε αυτό, καταπιεί και μένα μαζί, και δει ο κόσμος από κοντά, πόσο αξιοθαύμαστα, τετραγωνίζεται ο κύκλος! Η συναλλαγή σας ολοκληρώθηκε επιτυχώς, μου γράφει. Εμ, βέβαια… τα πήρε τα καλά μου τα ευρουλάκια, τι ανάγκη έχει τώρα; Πφφφ!

Περιμένω τα ρέστα μου, περιμένω… στα ρέστα δεν έχουν την ίδια σβελτάδα, τα μηχανήματα του πονηρού! Έχεις τον χρόνο σου, να ανταλλάξεις δυο κουβέντες με τον δίπλα, τον παραδίπλα, να τακτοποιήσεις την τσάντα σου, να μιλήσεις με τη μάνα σου στο κινητό ή να πεταχτείς για μία ενημέρωση βιβλιαρίου στο δίπλα μηχάνημα ε, και κάποια στιγμή, σου βγάζει και τα ρέστα… χάρη σου κάνει! Καμιά φορά, δε, όταν είναι και κέρματα, στα πετάει κάτω στα πλακάκια, για να σε βλέπει να σκύβεις, να τα μαζέψεις, να ταπεινώνεσαι μπροστά του και αυτό να γελάει χαιρέκακα μέσα στο κουτί του, τρίβοντας τα μεταλλικά χέρια του!

Βγάζει και την απόδειξη, σαν να σου βγάζει τη γλώσσα ένα πράγμα και να σου λέει, «Ε, κορόιδο, σε ξεφραγκιάσαμε, πάλι!». Τι στο καλό; Ποιος τα κατασκευάζει αυτά τα μαραφέτια, κι έχουν τη νοοτροπία του κράτους; Όταν είναι να στα αρπάξουν, μέσα σε λεπτά μένεις με τις τσέπες αδειανές, όταν είναι σου δώσουν κανένα ψιλό, άστο να πάει, άστο! Πάω να φύγω… κοντοστέκομαι! Τώρα που το βλέπω ξανά το κουτί, βρε… σαν κάποιον να μου θυμίζει! Αυτή η κορμοστασιά, το μοντέρνο λουκ, το ατσάλινο ηθικό, θα σπάσω το κεφάλι μου! Ποιον; ΠΟΙΟΝ;

«Αλέξη; Εσύ;»

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου