Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Άρνηση παροχής ιατρικών υπηρεσιών σε περιπτώσεις τεχνητής διακοπής κύησης στο Νοσοκομείο Σάμου

Δελτίο τύπου Τύπου Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων
Με ιδιαίτερη έκπληξη πληροφορηθήκαμε από τον Τύπο πριν από λίγες ημέρες την άρνηση των αναισθησιολόγων ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου να χορηγήσουν αναισθησία σε επεμβάσεις τεχνητής διακοπής κύησης, με έρεισμα το σχετικό δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (αρθ. 31§1 του Ν. 3418/2007) περί σχετικής επίκλησης κανόνων και αρχών ηθικής συνείδησης, εκτός αν συντρέχουν ιατρικοί λόγοι κινδύνου της ζωής ή της υγείας της εγκύου.

Μόνο οργή, θλίψη, αλλά και πολλά ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι στην Ελλάδα του 2017, 31 ολόκληρα χρόνια μετά την πλήρη νομική αναγνώριση της τεχνητής διακοπής της κύησης, καταπατώνται στην πράξη κεκτημένα γυναικεία ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου που προστατεύεται από το ελληνικό Σύνταγμα καθολικά (αρθ. 5§1), συμπεριλαμβάνοντας και όλα τα επί μέρους δικαιώματα που απορρέουν απ` αυτήν, όπως της σωματικής ελευθερίας, της τιμής και της υγείας και κατ’ επέκταση και η επιλογή ή μη της μητρότητας, εφόσον ο νόμος επιτρέπει μια τέτοια υπό προϋποθέσεις επιλογή. 

Άλλωστε το Ποινικό μας Δίκαιο (άρθ. 304 του Π.Κ.) αίρει τον άδικο χαρακτήρα της τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης που ενεργείται με τη συναίνεση της εγκύου από γιατρό μαιευτήρα -γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που μνημονεύονται στο σχετικό άρθρο (μη συμπλήρωση 12 εβδομάδων κύησης, ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας εμβρύου, αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή για τη σωματική ή ψυχική της υγεία, εγκυμοσύνη ως αποτέλεσμα βιασμού, αιμομιξίας, αποπλάνησης ανήλικης, κατάχρησης ανικανότητας γυναίκας να αντισταθεί).

Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, χαρακτηρίζοντας τουλάχιστον ατυχή την άρνηση συμμετοχής των ιατρών σε περιπτώσεις τεχνητής διακοπής κύησης με την επίκληση μιας ομολογουμένως αναχρονιστικής νομοθετικής διάταξης, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου, θεωρεί ότι:

α. Η τεχνητή διακοπή κύησης εμπίπτει στην υπερνομοθετική και συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (Α 5 παρ. 1 του Συντάγματος), όταν αυτή γίνεται μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο Νόμος. Η συγκεκριμένη απόφαση των ιατρών αναισθησιολόγων του Δημόσιου Γενικού Νοσοκομείου Σάμου δύναται να παρακωλύει (είτε με πράξη είτε με παράλειψη) την απόλαυση της νόμιμης αυτής επιλογής ή μη της μητρότητας, αντίθετα με το Σύνταγμα και το νόμο.

β. Επί της ουσίας θίγεται το δικαίωμα για αυτονομία και αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, το οποίο συντάσσεται με την προσωπική ελευθερία των υποκειμένων να αποφασίζουν για τη χρήση και διαχείριση του σώματός τους κατά την προσωπική τους βούληση, γεγονός που αποτελεί διαχρονική βασική διεκδίκηση του φεμινιστικού κινήματος. 

Ως εκ τούτου, ο έλεγχος της αναπαραγωγής και της σεξουαλικότητας των γυναικών και επομένως του σώματός τους, οφείλει να μην εξαρτάται από την απόφαση οποιασδήποτε/οποιουδηποτε γιατρού, που αρνείται να προχωρήσει στην τεχνητή διακοπή της κύησης, αλλά να αποτελεί προσωπική επιλογή των γυναικών.

γ. Η καθολική άρνηση των ιατρών αναισθησιολόγων συμμετοχής σε περιπτώσεις επεμβάσεων τεχνητής διακοπής κυήσεων στο μοναδικό δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα του νησιού, ενός νησιού που βρίσκεται μάλιστα σε απομακρυσμένη παραμεθόρια νησιωτική περιοχή, ελλοχεύει κινδύνους καταφυγής των γυναικών σε επισφαλείς για την υγεία τους ή καιπαράνομες πρακτικές διακοπής κύησης. Παράλληλα, αναγκάζει εμμέσως τις γυναίκες είτε να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές εκτός νησιού είτε να αναζητήσουν ιδιωτικές ιατρικές υπηρεσίες, οπότε αίρεται παράλληλα και ο δημόσιος χαρακτήρας παροχής υπηρεσιών υγείας.

Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων δε μπορεί παρά να καταδικάζει τέτοιες πρακτικές και έχει ήδη επικοινωνήσει με τη Διοίκηση του Νοσοκομείου Σάμου για τη διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών της «περίεργης» αυτής υπόθεσης αποχής από εκ του νόμου επιβεβλημένα ιατρικά καθήκοντα. 

Παράλληλα, δεσμεύεται ότι θα επιδιώξει κάθε δυνατή συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό την εξέταση της επίμαχης διάταξης του Κώδικά Ιατρικής Δεοντολογίας, η οποία πρέπει να τροποποιηθεί ή να συμπληρωθεί ώστε να μην αφήνει περιθώρια καταχρηστικής επίκλησής της για την άρνηση τέλεσης ιατρικών πράξεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου